Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Αξιοπρέπεια

Η κρίση, με την έννοια της αξιολόγησης βάσει σταθερού προτύπου είναι κάτι το οποίο αναφέρεται στο μεγαλύτερο μέρος της στη συγχρονία. Στην "κατάλληλη στιγμή" του Εξυπερύ και στις συγκυριακές συνιστώσες της ολικής συνισταμένης του χρόνου. Είναι κάτι ευμετάβλητο, και ενδεχομένως όχι και τόσο αντικειμενικό καθώς περιέχει δόσεις τυχαιότητας, άσχετα με το θεσπισθέν πρότυπο βάσει του οποίου διαμορφώνεται. Οπωσδήποτε όμως σε ένα τμήμα της αναφέρεται και στη διαχρονία, η οποία αφορά τις συγκριτικές καταγραφές των εκάστοτε κρίσεων, τις εσωτερικές ζυμώσεις και επικοινωνίες μεταξύ τους, καθώς και τη συγκρότηση του προτύπου ή αυτού που θα ονομάζαμε καθεστηκυία τάξη.

Ο παραπάνω πρόλογος δεν έγινε για να εκτεθεί μια υψηλή σκέψη με λεξιθηρία και εκζήτηση, ούτε για να τονιστεί η υψηλή αξιολόγηση του γράφοντος. Για να είμαι και απόλυτα ειλικρινής, θα μπορούσα ευθαρσώς να δηλώσω πως αποτελώ ένα από τα λιγότερο αξιόλογα άτομα που έχω γνωρίσει στην έως τώρα ζωή μου. Ο πρόλογος αυτός έγινε επομένως ως μια εισαγωγή στο θέμα της αξιοπρέπειας, της ευθυκρισίας και της μεταβλητότητας των καιρών. Κυρίως όμως στο θέμα της καθοδικής πορείας της ικανότητας για αξιολόγηση από τον ανθρώπινο νου, αυτό που κυρίως μετωνυμικά και λανθασμένα ονομάζεται "κοινή λογική" ή "ορθολογισμός". Επισημαίνω ξανά, λανθασμένα.

Αφορμή για τη σκέψη αυτή αποτέλεσε ένα περιστατικό για το οποίο πληροφορήθηκα από τρίτο πρόσωπο. Στην Ελλάδα της κρίσης (της οικονομικής αυτή την φορά) με όλα τα παρελκόμενα που αυτή φέρει, έλαχε μέσα στα πολλά και σημαντικά γεγονότα να έρθει κι άλλο ένα. Αυτό υπήρξε ο θάνατος του συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα. Για να είμαστε ακριβείς μάλιστα, στη βίαιη δολοφονία του στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη με τη μέθοδο του πνιγμού. Το να σχολιαστούν ζητήματα για την κατάσταση της εγκληματικότητας σε μια χώρα η οποία μαστίζεται από οικονομικά προβλήματα και ανίκανο λαό, αποτελεί περιττό. Με την παραπάνω νύξη, ο σχολιασμός ενδεχομένως και να έγινε. Δολοφονία γνωστού λογοτέχνη. Ο χειρισμός από τα μέσα ενημέρωσης αναμενόμενος. Κάποια λεπτά αφιερωμένα στο ατυχές συμβάν, κάποιο αφιέρωμα ενδεχομένως σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή ή σε κάποιο τηλεοπτικό σταθμό. Πέρα από τα μέσα, προετοιμασίες διαλέξεων και συμπιλημάτων στα πνευματικά κέντρα, προετοιμασία αφιερωμάτων στα λογοτεχνικά περιοδικά και τέλος, επιμέλεια ανθολογίας ή απάντων από κάποιο ίδρυμα ή εκδοτικό οίκο.

Η ευαισθησία του κοινού, σίγουρα γνώρισε διακυμάνσεις από τους πολύ μεγάλους λάτρες της λογοτεχνίας του Κουμανταρέα, μέχρι τους αρνητές της με αντίστοιχα συναισθήματα. Από τους ερευνητές της λογοτεχνίας, έως τους απλούς πολίτες που ίσως να είχαν ακούσει κάπου το όνομα και να συζήτησαν για τη δολοφονία του, με μια παρέα ευκαιριακή. Άλλωστε κάθε ανακοίνωση θανάτου κάποιου ατόμου μας από τον άμεσο περίγυρο (ή κάποιον celebrity) προς κάποιον άλλον, θέτει απευθείας αυτόν που αναλαμβάνει τον άχαρο ρόλο του εκφωνητή σε μια κατάσταση έκστασης, μιας και είναι ίδιον του ανθρωπίνου είδους να θέλγεται από την ανακοίνωση του θανάτου.

Για να μην καταναλώνεται πολύς χώρος και χρόνος, συνοψίζοντας θα έλεγε κανείς πως ο θάνατος του Κουμανταρέα σήκωσε όσο ντόρο θα σήκωνε ο θάνατος κάθε γνωστού καλλιτέχνη σε μια χώρα όπου οι επίγονοι είναι περήφανοι για τους προγόνους. Τους προγόνους αυτούς, που οι τότε σύγχρονοί τους, δεν τους τιμούσαν. Αντιθέτως, τους λοιδορούσαν και τους έφτυναν. Η επικαιρότητα ασχολήθηκε με άλλα ζητήματα σαφώς πιο φλέγοντα μιας και μέσω αυτών προωθείται η "επόμενη μέρα" της πολιτικής. Απεργία πείνας Νίκου Ρωμανού, αποκαλύψεις από την αντίπερα όχθη και τον Ηλία Κασιδιάρη, υψηλοί τόνοι περί ψήφισης Προέδρου της Δημοκρατίας, ανωμαλία στα ΑΕΙ και άλλα πολλά ευχάριστα και δυσάρεστα που υπομένει αυτός ο καταραμένος τόπος. Ο Μένης στο περιθώριο. Κάποιος συναισθηματικός θα οργιζόταν για αυτό το γεγονός. Ίσως να έπραττε ορθά όμως η ιστορία έρχεται να τον διαψεύσει. Και εδώ έρχεται επιτέλους το ζήτημα της αξιοπρέπειας.

Σε μια αποστροφή με έναν φίλο, θερμόαιμο και λάτρη της καλής λογοτεχνίας, έλαβα την εξής φράση γεμάτη παράπονο: "Ο Καμύ ήταν μεγάλος. Πραγματικά μεγάλος. Όμως λυπάμαι για τον θάνατό του. Θα μπορούσε να δώσει πολλά ακόμα". Αυτό που σκέφτηκα ήταν αμέσως ο θάνατος του δικού μας Κώστα Καρυωτάκη. Σκέφτηκα πως καμιά φορά πέρα από το ερευνητικό κομμάτι ακόμα και ο θάνατος είναι τμήμα του έργου ενός μεγάλου καλλιτέχνη. Ένας ετεροχρονισμένος θάνατος, ένας βίαιος θάνατος, ένας περίεργος και ανεξιχνίαστος θάνατος συμβάλλουν στο μύθο του. Όχι φυσικά πως ο Καρυωτάκης θα χρειαζόταν κάτι τέτοιο για να θεωρείται ποιητής-μύθος του ελληνικού στερεώματος. Η αυτοκτονία του όμως παραμένει αδιαμφισβήτητα σημείο αναφοράς στο κοσμοείδωλο του αναγνωστικού και ερευνητικού κόσμου για τον ΚΓΚ. Η εμμονή σε έναν φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό θάνατο, ευτελίζει την ύπαρξη του θανόντος. Οξύμωρο κι όμως πολύ πραγματικό. Κι αυτό επιβεβαιώνεται στο παρακάτω κλείσιμο του κειμένου αυτού:

Πριν κάποιες μέρες γνωστός, έως πασίγνωστος εκδοτικός οίκος έστησε ολόκληρη βιτρίνα με την προσωπογραφία του Μένη Κουμανταρέα, παρουσιάζοντας παλαιές και νέες εκδόσεις του έργου του. Σε έκπτωση φυσικά, "για να γνωρίσει ο κόσμος το έργο του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη", Παντελής έλλειψη τακτ και αξιοπρέπειας. Και οι τηλεοράσεις παραμένουν σιωπηλές για τον Κουμανταρέα. Και εκεί, έρχεται η ώρα να αναρωτηθείς μπροστά στον συναισθηματικό λάτρη του, που ήθελε περισσότερη δημοσιότητα στο ζήτημα. Αξίζει μια τέτοια εικόνα σε κάποιον που έγραψε το "Κουρείο" ή μια σιωπηλή αναπόληση των αριστουργημάτων του, αφήνοντας κατά μέρους τη μαζική ενημέρωση και την πρόκληση παλλαϊκής συναισθηματικής φόρτισης; Αφού ο λαός ενδιαφέρεται για τους εκπροσώπους του και τη λαϊκή κυριαρχία. Ενδιαφέρεται για την συγχρονία του και όχι τη διαχρονία του. Και σφάλλει. (Μην ξεχνάς, η αξιολόγηση/κρίση είναι 80% συγχρονία-20% διαχρονία). Ας τον αφήσουμε τουλάχιστον, η επιλογή του αυτή να βαστάει πάνω από το λάκκο του εκάστοτε υπηρέτη της Τέχνης την ησυχία που χρειάζεται.


Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Συνήγορος

Αγγίζει σημεία σχιζοφρένειας η συστηματικότητα με την οποία κάποιοι παραποιούν γεγονότα. Η άνεση με την οποία μπορεί κάποιος φορώντας τη δορά μιας ιδεολογίας ή μιας πίστης να ανατρέπει την αλήθεια με σκοπό να επικρατήσει η γνώμη του. Αυτό όμως που ξεπερνάει την παράνοια αυτής της συμπεριφοράς είναι η ελλιπής ικανότητα των ίδιων αυτών υποκειμένων να εντοπίσουν το τυπογραφικό λάθος σε δύο αράδες. Η τραγικότητα αυτής της πράξης είναι άξια συμπόνοιας σε πρώτο πλάνο, μοιραία όμως το προβάδισμα το κερδίζει το ακατάσχετο γέλιο που προκαλείται από μια τέτοια παθογενή κατάσταση. Μέσα Οκτώβρη ακόμα, και καλό είναι να μην μπλέκουμε με μακροπερίοδο λόγο και εκζήτηση σύνταξης ή λεξιλογίου γιατί όταν θα σφίξουν οι ζέστες θα εκτεθούμε από την πεζότητα. Επομένως με άλλα λόγια περισσότερο κατανοητά θα εξηγήσουμε τι σημαίνει η πρώτη αυτή παράγραφος. 
Εντοπίζουμε υποκείμενα πιστά και ταγμένα σε ένα ιδεολόγημα, σε μια πίστη, σε μια ιδέα. Τα υποκείμενα αυτά έχουν πρωτίστως ως καταστατικό στόχο τους τη διάδοση των ιδεών τους και την επίρρωση της κοινωνικής θέσης της ομάδας που διαμορφώνουν. Με άλλα λόγια, η ταυτότητά τους δεν τους αρκεί, γι'αυτό και πρέπει να τη διευρύνουν πληθυσμιακά με ενδεχόμενο σκοπό την απόκτηση κύρους, ή έστω φωνής και εκπροσώπησης στο κοινωνικό στερέωμα. Ένας ανασταλτικός παράγοντας στη διάδοση μιας οποιασδήποτε ιδέας, είναι η αλήθεια. Αυτό συμβαίνει όχι επειδή οι ιδέες είναι φαύλες αλλά επειδή πολλές φορές για να προωθηθεί κάτι γρήγορα και εύκολα χρειάζεται οπωσδήποτε ο εξωραϊσμός. Μια λέξη που παρά την αναπτυξιακή της υφή, είναι εντελώς συμβιβασμένη με το ψέμα. 
Έτσι, τα υποκείμενα αυτά καλούνται να διαστρεβλώσουν την αλήθεια. Να την παραλλάξουν, ή καμιά φορά να τη στρέψουν εντελώς ανάποδα για να ωφεληθεί η πίστη τους. Να πάνε κόντρα στην αλήθεια, χωρίς φόβο του να εκτεθούν ή να αποτύχουν. Μια τέτοια ενέργεια όμως, όπως και ο μηχανισμός του ψεύδους, προϋποθέτουν υψηλή νοημοσύνη και εκπαιδευμένη αντίληψη. Σπουδαγμένα αντανακλαστικά και πονεμένα αισθητήρια αισθητικής. Σε περίπτωση που όλα αυτά είναι σύμφωνα, τότε υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η διαστρέβλωση αυτή να επιτύχει. Τότε μιλάμε για έναν επιτυχημένο μηχανισμό προπαγάνδας. Κάτι εξαιρετικά θεμιτό για τη σύγχρονη εποχή όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δεν χτίζονται πάνω στην ειλικρίνεια αλλά πάνω στην πειθώ. Στην αντίθετη περίπτωση όμως μιλάμε για κάτι αρχικά θλιβερό, και τελικά γελοίο. Μιλάμε για μια μη συνειδητοποίηση πως η παραλλαγή της αλήθειας είναι εμφανής. Κάτι τέτοιο οδηγεί τα εμπλεκόμενα υποκείμενα στο να εκτίθενται και τελικά είτε να παραγκωνίζονται από το σύστημα ως τσαρλατάνοι και προβοκάτορες, είτε να χρησιμοποιούνται από αυτό σαν επίδοξα μέσα προπαγάνδας. 

Στην ελληνική περίπτωση, συνήθως έχουμε την περίπτωση της κακόγουστης διαστρέβλωσης της καθεστηκυίας τάξης και της επίπλαστης ανατροπής της αλήθειας. Διακρίνουμε συχνά πυκνά το ξεβράκωμα αυτό, των επίδοξων μεσσιανιστών που φορούν τη δορά του φιλεργατικού και ελευθεριάζοντος οργανισμού, καταλήγοντας στο πλήθος των περιπτώσεων να εκτίθενται, κατηγορούμενοι για το ύψιστο αμάρτημα του λαϊκισμού. Η παροχολογία ελευθερίας, δεν μπορεί να γίνεται από παραχαράκτες της αλήθειας. Η προπαγάνδα αποτελεί ένα όπλο επιτυχίας για το σύστημα που την χρησιμοποιεί σωστά. Κάθε μέρα υφιστάμεθα προπαγάνδα. Κυβερνητική, πολιτική, αθλητική, κοσμοθεωρητική. Αν πετυχαίνει θα το απαντήσει ο καθείς για τον εαυτό του. Αυτό που σίγουρα όμως πετυχαίνει σε δεύτερο χρόνο, είναι να μην εκτίθεται. 

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Ανατροφοδότηση

Ξαφνικά νομίζουμε πως ζούμε για πάντα. Και ακόμα πιο ραγδαία, συνειδητοποιούμε πως τα πάντα οδηγούνται σε ένα τέλος. Ανάχωμα στην ανθρώπινη ύπαρξη αυτή η αιώνια διφυΐα. Η στιγμή της αντίληψης του προσωπικού σφάλματος. Το μετέωρο εκείνο βήμα στο οποίο αναλογίζεσαι πως τίποτα δεν έχει τελειώσει μέχρι να βρεθείς στο κενό και τότε να νιώσεις τη βαριά και άτεγκτη βαρύτητα να σε τραβάει στο σημείο αφετηρίας σου.
Η ματαιότητα είναι κάτι που άπαξ και το βάλεις στο μυαλό σου, δεν μπορείς να το αποβάλλεις. Κανείς θα μπορούσε να αποβάλλει μια σκέψη. Ακόμα και την ίδια τη σκέψη της ματαιότητας. Το Gestalt υπόβαθρο της ματαιότητας όμως ποτέ. Με κανέναν τρόπο. Τα πράγματα είναι εκεί, έξω. Πολλά και ποικίλα. Μικρός επιλέγεις το χάπι. Όποιο θες παίρνεις, αν και τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη μετά τον Freud τουλάχιστον. Από κει και πέρα, αν πάρεις το σωστό, τα προαναφερθέντα πράγματα ξαπλώνουν λάγνα στα πόδια σου. Αρχίζουν να ηδονίζονται και εσύ να επιδίδεσαι σε ατέρμονες επαφές με αυτά. Κάποια στιγμή, κουράζεσαι, ξαποσταίνεις και ευθύς αμέσως στο επόμενο. Κάποια πράγματα σε κρατάνε περισσότερο σε περίπτυξη, ενώ κάποια άλλα σε απωθούν και σε απομακρύνουν. Ποτέ δε θα τα γευθείς όλα όμως.
Εκεί είναι η σκέψη της ημέρας. Στα μικρά αυτά πυροτεχνήματα σκέψης στα οποία καταπραΰνεις την πίκρα της ανολοκλήρωτης εμπειρίας. Η συνειδητοποίηση όμως του τέλους και του μάταιου, καταλυτική. Ορθώνεται εχθρικά σαν μια γυναίκα με όμορφο παρουσιαστικό και ευθυτενές σώμα αλλά με ανοιχτά χέρια. Υπάρχει παράσταση του διαβόλου με ανοιχτά χέρια ;

Να κοιτάς ή να βλέπεις ; Να δεις... 

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Επανεξέταση

Φτάνει η αυγή της νέας παραγωγικής σεζόν. Η αναμονή είναι ως συνήθως το αλάτι σε κάθε σχέση που περιλαμβάνει καταστάσεις προπαρασκευής και δράσης. Όλα αυτά όμως μοιάζουν βαρετά κλισέ, μπροστά στην ασύγκριτα πιο ενδιαφέρουσα καθημερινότητα την οποία γεμίζουν όλες εκείνες οι μικροπρέπειες που μισούμε αλλά δε μας αφήνουν ποτέ να πάμε ψηλότερα. Πόσο μάλλον όταν οι μικροπρέπειες αυτές είναι καπρίτσια αυτοεπιβεβαίωσης με θολή καταγωγή και ομιχλώδη παραγωγό και ακόμα πιο άστοχο παραλήπτη. Συνήθως μια τέτοια δράση περνάει απαρατήρητη όταν όλα πηγαίνουν βάσει του προγραμματισμού και του κοινωνικού μοχλού, ή με άλλα λόγια την κοινώς διαμορφωμένη πλάση. Με άλλα λόγια, αυτές οι μικροπρέπειες είναι απλά γεγονότα που δεν προκαλούν κανέναν αντίκτυπο όταν η έκφρασή τους είναι αναμενόμενη βάσει του περιβάλλοντος εκδήλωσής τους. Αντιθέτως είναι συγκινητική συγκυρία όταν ένας φαινομενικά ανώτερος άνθρωπος, φέρεται σαν άτομο και εκδηλώνει τέτοια αρχέγονα προπατορικά κόμπλεξ. Σε κάθε περίπτωση, το αναπάντεχο είναι οπωσδήπποτε ενδιαφέρον. Αυτό που όμως πρέπει να υπογραμμιστεί είναι το κωμικό μέρος της υπόθεσης. Ο τρίτος ψύχραιμος παρατηρητής, βολιδοσκοπείται καθημερινά από αναμενόμενες συμπεριφορές. Όταν λοιπόν το μη αναμενόμενο παρουσιαστεί εξ αίφνης, ο ψύχραιμος παρατηρητής προβαίνει σε μια κοσμοσειστική παρατήρηση η οποία τον οδηγεί στην άμεση εξαγωγή δύο συμπερασμάτων. Πρώτον, πως "τα φαινόμενα απατούν", μιας και η έκπληξη που δέχτηκε επιβεβαιώνει τη λανθασμένη κρίση του πριν από την εκδήλωση της μικροπρεπούς παρα προσδοκίαν συμπεριφοράς. Έκανε λάθος να κατατάξει τον ανώτερο άνθρωπο σε αυτή την ομοταξία μιας και ο τελευταίος φέρεται μικροπρεπώς. Δεύτερον, πως η συμπεριφορική κινητικότητα είναι δυνατή και ενδεχομένως φυσιολογική. Επομένως ο ανώτερος άνθρωπος είναι μια κατά σύμβαση κατηγορία διπόδου, που παρα την φαινομενική του σοβαρότητα, η ουσία του φωτογραφίζεται ως σοβαροφάνεια και ως δυνητική κατάσταση έκπτωσης.

Πέρα από αυτά, που ομολογώ πως δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάποιον που τα έχει σκεφτεί σε παλιότερο επεισόδιο, θα ήθελα να κλείσω με μια διαπίστωση. Η διαστολή που μπορεί να δεχτει η υπομονή κάποιου είναι ανάλογη της νοημοσύνης του. Η ανοχή είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την υπομονή. Στην περίπτωση της ανοχής έχουμε μια αποστασιοποίηση από τη δράση, ενώ στην υπομονή έχουμε ενεργούμενο και δράση, μεταβίβαση ενέργειας και φόρτο. Τουτέστιν, ο νοήμων άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του και εκτιμάει τις δυνατότητες που κέρδισε με προσωπικό μόχθο, δε δέχεται να ανέχεται, ξέρει όμως να υπομένει. Και μαζί με αυτά, απαγορεύει ρητα στον εαυτό του να συμπεριφέρεται με μοτίβα δράσης που ταιριάζουν είτε σε εφηβικό είτε σε ελληνικό επαρχιακό περιβάλλον, της σκληρής ελληνικής υπαίθρου της δεκαετίας του '50. Το άτομο που έχει υψηλές προσδοκίες από τις δυνατότητές του και  εντάσσεται στις  δύο τελευταίες κατηγορίες, οφείλει κατόπιν ενδοσκόπησης να συνειδητοποιήσει πως η ταύτιση με το "ιδιαίτερο άλλο" όχι απλά δεν έβγαλε ποτέ πουθενά, αλλά κάποια στιγμή ξεσκέπασε το αντίθετο. 

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Μεταστροφή

Περίπου ένας μήνας απουσίας από τα γραψίματα στον παρόντα χώρο. Ίσως οι συνθήκες δεν τα επέτρεψαν. Συνάμα όμως, η παραδοχή πως οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει μια περίοδος αναπροσαρμογής για οτιδήποτε παραγωγικό. Παραγωγική διαδικασία μπορεί κάποιος να λογίσει και το γράψιμο. Και όπως είναι φανερό, όποτε υπάρχουν νέα δεδομένα, υπάρχουν και αντίστοιχες αλλαγές. Οι αλλαγές αυτές όμως για να αναδειχτούν με τον καλύτερο και ομαλότερο τρόπο, πρέπει πρώτα να "κάτσουν". Να υπάρξει ένα δοκιμαστικό στάδιο, μια καραντίνα. Αλλιώς ο δέκτης τρομάζει και απομακρύνεται, ή απογοητεύεται για τους δικούς του λόγους. Τα πάντα εντάσσονται μέσα στο ψυχοφθόρο μάρκετινγκ. Επομένως, είναι καλό ακόμα και για κάτι τόσο φαινομενικά απλό, όπως το γράψιμο, να γίνονται σωστά βήματα για βελτίωση αλλά και εμπορική (με συνδηλωτική έννοια) επιτυχία.
Η ορθή συγγραφική παραγωγή τέτοιων άρθρων, τα οποία εκπονώ, προϋποθέτει ο γράφων να δηλώνει την παρουσία του με τρόπο τέτοιο που να μη μονοπωλεί το κείμενο. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό αν διατηρήσει το δέον ύφος κατά το πλέξιμο του κειμένου του. Όταν όμως πρέπει να δικαιολογηθεί για κάτι, ή να τοποθετηθεί για κάτι τόσο σημαντικό όσο η επιβίωση των γραπτών του, είναι αδύνατο να υιοθετήσει σε απόλυτο βαθμό το δημοσιογραφικό ύφος της αποστασιοποίησης. Η όλη αυτή υποσημείωση στη μαρκίζα της σημερινής δημοσίευσης γίνεται για καθαρά αυτο-δικαιολογητικούς λόγους, καθώς ο βαθμός της πρωτοπρόσωπης αφήγησης θα είναι καταλυτικός σε σημείο όχλησης. Εξήγησις, προς αποφυγή παρεξηγήσεων. 
Το χρονικό διάστημα λοιπόν, που απείχα από την παραγωγή γραπτού λόγου, παρατήρησα πως παρά τις αντικειμενικές συνθήκες που με τράβηξαν μακριά από την αποτύπωση σκέψεων με τη βοήθεια του πληκτρολογίου, υπήρξαν και άλλοι λόγοι, των οποίων η συνειδητοποίηση με βρήκε αναπάντεχα σε στιγμές που δεν περίμενα να πιάσω τον εαυτό μου να συλλαμβάνει σκέψεις τόσο κομβικές για την ύπαρξή του. Οι λόγοι αυτοί, είναι δύσκολο να καταγραφούν εδώ με εξονυχιστικό τρόπο, μιας και θα καταναλώσουν χώρο και κινδυνεύουν να μη γίνουν κατανοητοί. Θα προσπαθήσω όμως να δώσω ένα αδρό περίγραμμα αυτών. 
Μετά από χρόνια επιχείρησα να κάνω διακοπές, λόγω κάποιων ευνοϊκών συνθηκών που τις διευκόλυναν και λόγω υψηλής αναγκαιότητας να γίνουν μετά από μια χρονιά εξαιρετικά δύσκολη. Είχα ξεχάσει τα συνακόλουθα των διακοπών. Την κατάσταση δηλαδή που το άτομο περιέρχεται όταν παραθερίζει. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καθολική αλήθεια ή προσωπική εκτίμηση, αλλά το πέρας της περιόδου των διακοπών φέρνει μαζί του πάντα μια νέα εποχή στη σκέψη του ατόμου. Αν όχι προς το καλύτερο, σίγουρο προς το ωριμότερο. Η διαδικασία αλλαγής είναι σταδιακή, η συνειδητοποίηση όμως ραγδαία και αρχικά ανησυχητική καθώς, πολλά θέσφατα ανατρέπονται και η όψη του κόσμου παίρνει νέα χρώματα. Σίγουρα, αυτό το πρώτο δυσχρωματοπτικό σοκ είναι αναγκαίο να ξεπεραστεί με ομαλό τρόπο, αν το άτομο θέλει με ψυχραιμία να αντιμετωπίσει το νέο status quo της ύπαρξής του. 
Το προσωπικό μου βίωμα δεν μπορώ να πω πως περιέχει κοσμοσειστικά γεγονότα στη μεταβολή αυτή του τρόπου σκέψης μου, σίγουρα πάντως με έκανε να ανησυχήσω και να αναρωτηθώ για πολλά από τα οποία άναθεώρησα, χωρίς όμως να μπω στη διαδικασία ηθελημένης αναθεώρησης. Και αυτό είναι το ανησυχητικό στην ιστορία. Το αναπάντεχο. Έτσι λοιπόν, μια ωραία μεσημβρία σκέφτηκα πως με το πέρας του καιρού, άρχισα να βλέπω με καλύτερο μάτι την κοινή γνώμη. Κάτι που επιδέχεται βέβαια πολλών σημειώσεων και υποσημειώσεων. Όμως σε μια πρόταση συνοψίζεται με τον παραπάνω τρόπο. Δεν επεδίωξα ποτέ να απέχω από την κοινή γνώμη και να είμαι απέναντί της. Αυτό άλλωστε, ξεκίνησε από μερικούς αντιδραστικούς και έφτασε να γίνει κίνημα μόδας (hipsters). Αυτό όμως που πάντοτε είχα κατά νου, είναι πως η κοινή γνώμη πάντα κάνει λάθος, και έπρεπε ακόμα κι εκεί που τη βλέπω σωστή, να διαφοροποιούμαι ελάχιστα. Όλο αυτό, μέσα στο πλαίσιο της σκέψης πως η κοινή γνώμη, έχει αδρά όρια και ακουμπάει την έννοια της μάζας. Επομένως, πρέπει να απο-μαζοποιούμαι, άρα να βρίσκομαι απέναντι ή παραπλήσια στην κοινή γνώμη και ποτέ μέσα σε αυτή. 
Έρχεται όμως κάποια στιγμή στη ζωή, που ο νους δίνει την ευκαιρία στην ύπαρξη να ακολουθήσει το μονοπάτι του ορθολογισμού. Το μονοπάτι του να είσαι rational όπως θα έλεγαν και οι Εγγλέζοι. Η ευκαιρία αυτή δίνεται μια φορά στον κάθε άνθρωπο. Αν κάποιος αντισταθεί να ακολουθήσει τη ρεαλιστική, ορθολογική οδό και επιλέξει το δρόμο της πάγιας και στείρας πόλωσης με την κοινή γνώμη, χωρίς καμία διάθεση διαπραγμάτευσης, τότε χάνει στο παιχνίδι εξαρχής. Εξομοιώνεται με ένα πλήθος έτερων αντιδραστικών και μοιραία το κοινωνικό γίγνεσθαι τον περιθωριοποιεί. Είναι η φυσική ροή των πραγμάτων σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Επιστρέφοντας σε αυτόν που επιλέγει το μονοπάτι του ορθολογισμού, πρέπει να διευκρινίσουμε πως δεν έκανε την επιλογή-θέσφατο. Και εδώ υπάρχουν νέα μονοπάτια τα οποία τον οδηγούν σε διαφορετικά αποτελέσματα. Ενίοτε πολύ πιο καταστροφικά από αυτόν που επέλεξε νωρίτερα να ζει στην αντιδραστική ουτοπία. Οι επιλογές αυτές είναι τρεις για τον ρασιοναλιστή. Είτε το να επιλέξει το δρόμο του στείρου ρασιοναλισμού, ο οποίος κρίνει τα πάντα βάσει ωφελιμισμού και ορθολογικής σταθερότητας. Είτε να επιλέξει το δρόμο του ελεγκτικού ορθολογισμού και να διατηρήσει μία κάποια αντιδραστική καταβολή που είχε εξαρχής. Είτε τέλος, να επιλέξει το τρίτο μονοπάτι του αντιδραστικού ρασιοναλισμού, το οποίο τον καθιστά ικανό να κρίνει λογικά, παρόλ'αυτά ανίκανο να μπορεί να ελίσσεται στις νέες ανάγκες. Φυσικά βέβαια, όλο αυτό πηγάζει από το γεγονός πως επέλεξε το ρασιοναλιστικό μονοπάτι μόνο και μόνο για να επιφέρει πλήγματα σε αυτό και να αποσαθρώσει τις αξίες αυτής της σχολής σκέψης. 

Όλα αυτά, τι αφορούν τη μεταστροφή μου ; Θα εξηγήσω ευθύς αμέσως. Η νιότη με ώθησε όπως προείπα στην πρώτη επιλογή να σταθώ απέναντι στην κοινή γνώμη και να υιοθετώ καθετί που της αντιτίθεται. Έτσι έφτασα να είμαι σε ορισμένα σημεία παράλογος. Όπου δε, έβλεπα πως δεν είμαι παράλογος, με τον καιρό συνειδητοποίησα πως είμαι ο,τι χειρότερο μισούσα, δηλαδή ουτοπικιστής. Αυτό βέβαια που μισούσα περισσότερο, δεν ήταν η ουτοπία σε πρωτογενές στάδιο, όσο η κατάληξή της, δηλαδή η δυστοπία. Προφανώς, τώρα θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης αν ταυτίζω τη λογική με την κοινή γνώμη. Εδώ μπαίνει στη συζήτηση η περιγραφή των τριών μονοπατιών. Το πρώτο (του στείρου και αυστηρού ορθολογισμού) δημιουργεί την ιδανική κοινή γνώμη. Αυτή που ποτέ δε θα υπάρξει, παρά το γεγονός πως υπάρχουν άτομα που προσπαθούν με τις διδαχές τους, να τη δημιουργήσουν. Το μονοπάτι αυτό το επιλέγουν ελάχιστοι εκλεκτοί. Το δεύτερο (του διαλλακτικού ρασιοναλισμού) δημιουργεί την φανταστική κοινή γνώμη. Αυτή που νομίζουμε ως σωστή, και αυτή που καθορίζεται από ηθικά συνήθως κριτήρια, μιας ηθικής που ξεφεύγει από την φιλοσοφική της καταβολή και καταλήγει στην επιβολή της αρέσκειας κάποιων. Το μονοπάτι αυτό το επιλέγουν οι έξυπνοι και δραστήριοι πολίτες, που προσπαθούν και καταφέρνουν να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, ανεξαρτήτως ποιοτικού αποτελέσματος, είτε προς ίδιον είτε προς δημόσιο όφελος. Το τρίτο (του αντιδραστικού ορθολογιστή) δημιουργεί την υπονοούμενη κοινή γνώμη. Αυτή δηλαδή, που απευθύνεται στους ίδιους τους θιασώτες της. Το μονοπάτι αυτό το επιλέγουν αιθεροβάμονες, αποτυχημένοι ουτοπικιστές. 
Για να κάνουμε τα θεωρητικά αυτά πειράματα πιο απτά, στην πρώτη περίπτωση, ο αντιδραστικός αντι-ρασιοναλιστής είναι ο συνδικαλιζόμενος εργάτης. Παλεύει για το δίκιο του, υποστηρίζοντας συνήθως ιδεολογίες που πηγάζουν από τον σοσιαλισμό και αγγίζουν τα άκρα. Ζει στην ουτοπία και δρα στα όρια και πλαίσιά της. Στη δεύτερη είναι ο πολίτης του κόσμου, που επιλέγει τη δράση βάσει αποδοτικών συστημάτων. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο πρώτος είναι ο φιλόσοφος, ο διανοούμενος, ο ανθρωπιστής, ο δεύτερος ο πολιτικός, ο επιχειρηματίας, στην τρίτη ο κακοποιός, ο εγκληματίας. Ο στόχος του ανθρώπου είναι η ανθρωπιστική προσφορά και η προσωπική καταξίωση. Αν αυτή η καταξίωση προβληθεί ή όχι εξαρτάται από τα ελλείμματα του χαρακτήρα του ανθρώπου αυτού. Έτσι, προφανώς η δεύτερη επιλογή (από τις αρχικές δύο) εξυπηρετεί το στόχο της ύπαρξης. Από κει και πέρα, ο καθείς ανάλογα την αισθητική του και τις ανάγκες του διαμορφώνει αντίστοιχη πορεία. Δεν έχω καταλήξει πια πορεία θα ακολουθήσω. Η τρίτη είναι γοητευτική και προσοδοφόρα όμως απαιτεί σοβαρή προσαρμοστικότητα και εμμονές, που τελικά απεδείχθησαν πως δεν έχω. Αν είχα, δε θα έγραψα ολόκληρο άρθρο για τη δήλωση (νέων) φρονημάτων μου και την απεμπόληση παλιών νοοτροπιών. Οι άλλες δύο, ξέρουμε πως έχουν υπέρ και κατά. Σταθμίζει ο καθένας, και παίρνει. Οι ενδεικτικές ειδικότητες που αναγράφονται δεν είναι και υποχρεωτικές. Επαναλαμβάνω. Ο καθένας βάσει αναγκών και αισθητικής, σε πρώτη φάση επιλέγει μονοπάτι. Η κατάληξη έχει λίγη σημασία. Όχι ότι μειώνω τη βαρύτητα του τέλους, απλά η κοινή γνώμη τελικά δεν ελέγχει το περίβλημα αλλά το κατά πόσο συνέβαλες στην κοσμική ισορροπία. 


Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Ανδρόγεω

Είναι η επιστροφή; Είναι το τέλος; Είναι η συνήθεια; Ομολογώ πως είχα διαγράψει ολοσχερώς από τη μνήμη μου το συναίσθημα της επιστροφής από τις διακοπές. Και ομολογώ παράλληλα, πως δεν περίμενα επ'ουδενί να το ξαναζήσω τόσο έντονα και χιμαιρικά. Είναι άλλη μια απόδειξη της περιοδικότητας και του αμείλικτου χρόνου; Ή πρόκειται για μια αντίδραση φυσιολογική και ανθρωπίνως ανθρώπινη; Ερωτήματα σχεδόν ανούσια, άυλα και αέναα. Λίγο ταράζουν τα θολά ελώδη νερά της καρδιάς που νιώθει την ξεγνοιασιά να φεύγει και το μόνο που μένει να είναι η αχλή της ανάμνησης. Μιας ανάμνησης που γεννήθηκε από την πρωτόγνωρη εμπειρία που συντάραξε τα ακόμα περισσότερο λιμνάζοντα νερά του στάσιμου παρελθόντος. Και η θαλασσοταραχή αυτή κι η τραμουντάνα, πάνω στο κρεσέντο της ευχαρίστησης, βυθίζονται πάλι στο έλος της αστικής στασιμότητας.
Ο αρχαίος ελληνικός μύθος έχει κάτι που τα κοσμικά μυθολογικά σύμπαντα στερούνται. Και το χαρακτηριστικό αυτό είναι η πρόβλεψη. Καταφέρνει να επαληθεύει ένα πάγιο χαρακτηριστικό του μύθου που είναι η διαχρονικότητα, μόνο που η ελληνική περίπτωση μετουσιώνει την ιδιότητα αυτή σε κάτι πολύ πιο πραγματικό και ουσιαστικό. Γίνεται πρόβλεψη. Γίνεται μηχανισμός που καθορίζει τον τρόπο δράσης του ανθρώπινου οργανισμού και του ανθρώπινου φαινομένου οικουμενικά. Διαμορφώνει ένα ασυνείδητο και ένα υποσυνείδητο -συλλογικό-, που όμως βρίθει εξατομικευμένης πρόβλεψης. Και για να μη βαδίζουμε μέσω της ανάγνωσης στον γκρεμό της ασάφειας θα καταλήξω εκεί που σκοπεύω δίνοντας λύση στις παραπάνω σκέψεις επικαλούμενος το μύθο της Πανδώρας. Μύθος γνωστός σε όλους. Ταιριαστό παράδειγμα στην παραπάνω σκέψη και παρακάτω θα δοθεί η εξήγηση.
Το μόνο που έμεινε μέσα στο "κουτί" όπως επικράτησε να λέμε, ήταν η ελπίδα. Η άπληστη και αδηφάγα φύση του ανθρώπου τον ώθησε να ανοίξει το κουτί αφήνοντας όλα τα θεία δώρα και αγαθά να πετάξουν μακριά. Έμεινε η ελπίδα. Και πράγματι είναι αυτό που σαν φωτεινός φάρος φέγγει μέσα στα σπλάχνα του εν άστει απομονωμένου ατόμου. Είναι η ελπίδα του μέλλοντος και της ανάκαμψης προς νέες εμπειρίες και κατακτήσεις. Είναι η υπόσχεση προς κάτι νέο και μεγαλύτερο, με σκοπό την ολοένα και μεγαλύτερη ανταμοιβή. Ανταμοιβή οποιασδήποτε μορφής, που βοηθά τον καθένα να πληρώσει τον εγωισμό του. Και εδώ είναι που βρίσκεται η πρόβλεψη του ελληνικού μύθου. Στο ότι φροντίζει η διαχρονικότητα της έννοιας της ελπίδας, να ενταχθεί σε ένα πάνθεον συμβολιστικό. Να καταταγεί ψηλότερα από οτιδήποτε στον αστερισμό των αξιών και να δώσει στο υποκείμενο να καταλάβει πολλαπλώς την αποκρυσταλλωμένη σημασία της λέξης. Να κατανοήσει σε σημείο πρωτογενούς -a priori- γνώσης την έννοια της ελπίδας. Και κατόπιν αυτής της διεργασίας, να γίνει αρωγός στην πραγματική καταπράυνση της πικρής καρδιάς που μένει κλειδωμένη στο ασθενικό αστικό σώμα, όταν αποχωρίζεται την επαρχία και την εξοχή.

Οι παραπάνω αράδες διακατέχονται από μια φόρτιση κι έναν κάματο. Και χωρίς υπερβολή γράφονται μετά από μια μακρά κυνηγετική περίοδο όπου το θήραμα ήταν η εμπειρία και ο θηρευτής ο γράφων. Ο βιότοπος όπου διεξήχθη η θήρα ήταν πρωτόγνωρος και τα θηράματα πολλά και εντυπωσιακά. Όπως όμως και ένας καλός καφές ή μια όμορφη συζήτηση, έτσι και τα φυσίγγια του θηρευτή σώνονται. Όλα τελειώνουν, όλα φθίνουν. Κι οι άνθρωποι κι οι οπώρες. Όλα στον κύκλο είναι. Όταν θέμε ματάρχονται. Α δε θέμε φεύγουν. 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Η αγωνία της αγονίας

Η αγονία των ημερών, είναι ευεργετική. Πολλάκις έχει αναφερθεί το πρόβλημα της μη-πράξης, της στασιμότητας κοινώς. Επομένως, σοφό θα ήταν να αποφευχθεί μια τέτοια νύξη. Αυτό όμως που πρέπει να λεχθεί για να συνεχιστεί το κείμενο είναι το εξής. Η αγονία, όπως αναφέρθηκε, έχει τη ζωοδότρα ιδιότητα να κινητοποιεί. Να αυτοαναιρείται παραγωγικά για να προκύψει η έρευνα για το νέο, που θα ντελαπάρει το στάσιμο καρδιογράφημα. Είναι ίσως η πρόβλεψη της φύσης, για την εξέλιξη. Ενδεχομένως, να μην είναι όλο αυτό που βιώνουμε μια ευθύγραμμη πορεία, αλλά μια τεθλασμένη γραμμή με διακυμάνσεις που χαρακτηρίζονται από την αλληλοδιαδοχή εξαιρετικά καθοδικών και αντίστοιχων ανοδικών τιμών.
Πολλά πράγματα στη ζωή είναι ανεκτίμητα. Δεν είναι συνέχεια της διαφήμισης του γνωστού τηλεοπτικού σταθμού και της γνωστής πιστωτικής κάρτας. Είναι μια πραγματικότητα. Συνήθως μάλιστα, αυτά τα ανεκτίμητα πράγματα είναι αυτά που προκαλούν μικρές θρομβώσεις σε επικίνδυνα αιμοφόρα αγγεία του ανθρώπινου σώματος. Και αναφέρομαι σε όλες αυτές τις μικρές στιγμές που ένα παγωμένο χέρι ακουμπά την καρδιά και το αίμα παύει να σαλεύει. Μία από αυτές τις στιγμές είναι η στιγμή της αναπάντεχης ανακάλυψης. Ή μάλλον για να ειπωθεί καλύτερα, της αναπάντεχης ανακάλυψης έπειτα από μια συνηθισμένη αναζήτηση. Διότι θα πρέπει κάποιος να είναι άκαρδος όταν δεν χαίρεται εκστατικά όταν εντοπίζει κάτι καλό, που ταρακουνάει τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητάς του. Είτε αυτό είναι ένα βιβλίο, είτε ένα άρθρο σε μια καθημερινή εφημερίδα, είτε ένα μουσικό κομμάτι. Φυσικά, διπλή σημασία -κι αυτή τονίζεται εδώ- έχει η ανακάλυψη αυτή όταν γίνεται ξαφνικά. Όταν δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ποιότητά της, και η αξίνα του τυμβωρύχου χτυπήσει διαμάντι.
Και εδώ είναι που ο άνθρωπος αρέσκεται να κάνει το λάθος. Και είναι λάθος φοβερό, άξιο αποφυγής, όμως νά που το είδος μας, το πράττει σχεδόν αντανακλαστικά. Μετά λοιπόν, την ανακάλυψη του νέου, του καινούριου συνηθίζουμε να επαληθεύουμε τη λαϊκή ρήση "καινούριο κοσκινάκι μου..", κάτι σε μεγάλο βαθμό λογικό. Όμως η φύση του ανθρώπου -καθώς δε θέλω να το προσεγγίσω στενά/εθνοτικά- είναι τέτοια που πέφτει με τα μούτρα στο καινούριο. Το εξαντλεί, απομυζώντας από αυτό κάθε σταλαγματιά νέου ερεθίσματος. Έπειτα το αφήνει στην άκρη για λίγο. Όταν το ξαναπιάνει του φαίνεται ντεμοντέ, τρε μπανάλ. Το παρατάει. Μετά από πολλά χρόνια θα του προκαλέσει σχεδόν το αρχικό ερέθισμα. Όμως η επίδραση θα είναι σύντομη. Και αυτό που κάποτε έδωσε τέλος στην αγονία, αρχίζει και απορροφάται από την αμοιβάδα. Γίνεται ένα με το τίποτα, το null.

Αυτή είναι η τύχη των πραγμάτων, αυτή είναι ίσως και η τύχη των ανθρώπων. Των ανθρώπων ως συναισθηματικές οντότητες και ως φορείς ιδεών. Γνωρίζεις κάτι παραγωγικό, το εκμεταλλεύεσαι, το πετάς, παλιώνει... Είναι πάγια τακτική, δικαιολογημένη σε ένα βαθμό καθώς προσδίδει στο δράστη ικανοποίηση. Εν πάση περιπτώσει όμως, μέσα σε αυτή τη δίνη της διαδοχής νέου/φρέσκου-παρωχημένου υπάρχει κάτι που θριαμβεύει μόνιμα. Είναι η φύση. Ποτέ δεν κουράζει. Ποτέ δεν κοροϊδεύει. Μεταβάλλεται και γεννιέται εκ του μηδενός. Ίσως έτσι να βαστά το ενδιαφέρον. Ίσως έτσι να κινητοποιεί την τρίτη όραση κάνοντας τα μάτια να βλέπουν κάθε φορά, σαν για πρώτη, ένα δέντρο ή ένα λιβάδι. Είναι αυτό που δε γνωρίζει αγονία ακόμα κι αν πρόκειται για ερημικό τοπίο. Αυτό που μας τραβάει, κι αυτό που διώχνουμε διότι μάθαμε να υπακούμε στις επιταγές του αστικού "φυσικού" τοπίου. Το τελευταίο σχόλιο δεν είναι διόλου δηκτικό. Είναι μια πραγματικότητα απόλυτα σεβαστή, που συμβαίνει και πρέπει να συμβαίνει.
Πέρα από αυτά, στη δύση του κειμένου, θα προβεί ο γράφων σε μια παραίνεση. Το περιβάλλον μας, λόγω της ανικανοποίητης φύσης που ολοένα δυναμώνει, γίνεται όλο και πιο γκρίζο στα μάτια του ατόμου. Για να ακριβολογήσω, πιο μπεζ, μιας και υπάρχουν και οι λάτρες του γκρίζου -αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα. Η ζωή προχωρά και η ανακάλυψη ενός νέου κουβά χρώματος που σπάει αυτή την αηδία του χρώματος της μόκας πάντα είναι το κίνητρο για προέλαση. Αυτό που λείπει, είναι η υπομονή. Ας μάθουμε να μην πετάμε τον κουβά ολόκληρο πάνω στον μπεζ τοίχο της ρουτίνας. Θα γίνει μια τεράστια κόκκινη/κίτρινη/μπλε πιτσιλιά η οποία σταδιακά θα κουράσει περισσότερο, θα γίνει ένα με το μπεζ και θα κινήσει εθιστικά το κυνήγι μεγαλύτερων συγκινήσεων. Η αλυσιδωτή αντίδραση αυτών των συγκινήσεων, θα φτάσει κάποια στιγμή να αποδείξει στο άτομο πως τα πάντα είναι μάταια. Το κυνήγι αυτής της ευτυχίας είναι φαύλο. Ενώ αν αποθήκευε το νέο χρώμα που θα έσπαγε το μπεζ... Σταδιακά θα έβρισκε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Και όταν θα έκρινε πως είχε τα εφόδια θα ζωγράφιζε κάτι τον μπεζ τοίχο. Όχι αφηρημένα, όχι ακανόνιστα, όχι λαίμαργα. Το κάτι αυτό ίσως να ήταν η λέμβος που θα έφερνε τη σωτηρία.
Μα και για τους πιο απαιτητικούς θα ήθελα να το κλείσω εδώ με ένα ερώτημα, καθαρά ανθρώπινο, μακριά από "ξυλοσοφίες" όπως έλεγε ο Ντένης στο μυθιστόρημα Αναδυομένη του Γρ.Ξενόπουλου. Θα προτιμούσε κανείς να ζει με τις μικρές θρομβώσεις των στιγμιαίων ανακαλύψεων, να τις εκμεταλλεύεται ως τον κορεσμό τους και έπειτα να τρέχει για άλλες ώσπου να νιώσει τη ματαιότητα ή να ζει συλλέγοντας σταδιακά τα καινούρια αυτά κομμάτια του παζλ, αποθηκεύοντάς τα και τελικά συνδυάζοντάς τα στο βάθος του βίου ; Το εύκολο είναι το πρώτο, το δύσκολο το δεύτερο. Το τερπνόν το πρώτο, το ωφέλιμο το δεύτερο. Το ανθρώπινο το πρώτο, το υπεράνθρωπο το δεύτερο.


Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Το συναπάντημα του καθρέφτη

Μια φορά γνώρισα έναν άνθρωπο. Δεν ξέρω στην πορεία αν έγινε και φίλος μου. Προσπάθησα πολλές φορές να τον προσεγγίσω και να φιλιώσουμε αλλά τα πράγματα στράβωναν κάθε φορά που φτάναμε στο παρατσάκ της ένωσης. Πριν κάνα δύο χρόνια τα βρήκαμε πολύ μπορώ να πω διότι οι περιστάσεις το έφεραν έτσι. Το ώθησαν στην ένωση -να πούμε- και σταδιακά γίναμε από απομακρυσμένα ξαδέρφια (γιατί δεν πρέπει να κρύψω πως γνωριζόμασταν εξ αίματος) πολύ καλοί αδερφικοί φίλοι. Υπήρχε μια τάση να ελέγχει ο ένας τον άλλον με έναν τρόπο ανεξέλεγκτο. Να τροχίζει τις οξείες απολήξεις του φόβου, καλλιεργώντας ο ένας στον άλλον τη σκέψη πως "καλός κι ο θάνατος". 
Τα καλοκαίρια κάναμε πολλή παρέα και ελπίζω φυσικά να εξακολουθήσουμε. Φυσικά, ο αναγνώστης έρχεται σε σύγχυση σκεπτόμενος πως η παραπάνω παράγραφος βρίσκεται σε παρελθοντικό χρόνο. Ναι, τεχνηέντως. Διότι το κείμενο αυτό θα δικαιώσει την επιλογή αυτή με το γνωστό μελοδραματισμό που διακρίνει τον γράφοντα, στο τέλος. Πίσω στο θέμα, το τελευταίο τετράμηνο άρχισα να νιώθω πως απομακρύνομαι από το φιλαράκι και τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Ίσως να είναι τα αστεία μου, ή τα πολλά λόγια. Έπειτα σκέφτηκα πως αλληλεπιδράσαμε γνωρίζοντας ο εις τα κουσούρια του ετέρου. Επομένως, "δεν είναι καιρός για δάκρυα Στέλλα". Παιδιάστικη επιλογή να χωρίσουμε μετά από τόση τριβή, και τόσο αγώνα να ενώσουμε τα υπερπόντια χωράφια μας. Κι όμως ήλθε τέλμα. 
Πολλάκις σκέφτηκα αν το προκάλεσα εγώ ή αυτός, κι όμως δε βρήκα άκρη, καθώς δικαιολογώ με μοναδικό τρόπο τον εαυτό μου όπως κάθε άνθρωπος. Από την άλλη δε, δικαιολογούσα και την επιλογή του φίλου. Σίγουρα όμως, η ψύχραιμη προσέγγιση των πραγμάτων δίνει τις απαραίτητες απαντήσεις. Και η απάντηση που αρμόζει στην προκειμένη περίπτωση είναι η εξής: Στο ερώτημα, γιατί να απομακρύνεται ο φίλος ή ο υποφαινόμενος, είναι προφανές πως πρέπει με τη μέθοδο του αποκλεισμού να φτάσει κανείς στο πρώτο αίτιο. Και η ψύχραιμη -όπως αναφέρθηκε- σκέψη απέδειξε πως τα πάντα είναι θέμα οικειότητας. Μια οικειότητα που κερδίζεται και χάνεται εν ριπή οφθαλμού. Μια οικειότητα που κατακρημνίζεται και σκοτώνει σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στο ίδιο κορμί. Τι να περιμένει κανείς τότε, από τις γήινες/ανθρώπινες ; 
Για να γίνει σαφέστερο αυτό προς αποφυγή παρεξηγήσεων. "Παρεξηγήσεων" όχι με την έννοια του επαρχιακού μουτρώματος αλλά με την έννοια της παρερμηνείας. Στο στάδιο της βαριάς κοινωνικοποίησης ακόμα και ο ακοινώνητος επιλέγει να διαμορφώσει επαφές έστω λίγες, και έστω σαθρές. Οι επαφές αυτές δεν πρέπει λόγω του προνομίου που έχουν, να δημιουργούν μαγνητικό πεδίο μεγαλύτερο του δέοντος. Στην ακραία περίπτωση που υπάρχει το πεδίο εξαρχής, πρέπει να υπάρξει αντισταθμιστικό μέτρο προς αποφυγή βαριάς προσκόλλησης. Οι ανθρώπινες σχέσεις είτε σε ένα σώμα, είτε μεταξύ δύο ατόμων αποτελούν πεδίο εμπορικών διαπραγματεύσεων. Ένα point system όπως έχει προλεχθεί σε παλαιότερο κείμενο. Αυτός που θεωρεί τον περιπτερά φίλο του, ή τον οποιοδήποτε επαγγελματία ως επίδοξο τραπεζίτη συναισθημάτων, αποτυγχάνει να κάνει φίλο πρώτα πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό (αυτά περί ενός σώματος που αναφέρθηκαν παραπάνω). 

Πίσω στον προσωπικό τόνο. Εμένα ο φίλος μου ετοιμάζει βαλίτσες. Δεν ξέρω αν θα πάει να παραθερίσει ή αν θα φύγει ταξίδι. Δεν ξέρω καν αν αυτό το ταξίδι θα είναι one way ή μετ'επιστροφής. Στο χέρι μου είναι να τον πείσω -όπως και στα χέρια όλων των ανθρώπων δίδεται η option της πειθούς. Από την άλλη βέβαια, με πνίγουν οι σκέψεις της οικειότητας και της υπερβολικής άνεσης. Μάλλον αυτά θα έχουν κάνει κακό στη σχέση μας. Εν πάση περιπτώσει, αν με ακούει -που νομίζω με ακούει- θέλω να του πω πως περνάμε πολύ ωραία όταν είμαστε οι δυο μας. Μέσα σε ένα σπίτι, μέσα σε ένα σώμα, μπροστά σε μια οθόνη ή ένα βιβλίο. Μπροστά σε έναν τρίτο που η κοινωνία ονομάζει "συγγενή, φίλο, συνεργάτη, συνάδελφο κ.ά." ή ακόμα και μπροστά στον καθρέφτη, όπου οι τέσσερις μας (δυο φίλοι-δυο αντανακλάσεις) έχουμε την ευκαιρία της ενδελεχούς παρατήρησης του σώματος και του ξενιστή. 

Δεν υπάρχει ουδεμία περίπτωση ή πιθανότητα, να ικετεύσω τον φίλο αυτόν να μείνει. Ξέρω πως θα μείνει. Και το κείμενο αυτό ; Μια στιγμιαία έμπνευση εκείνων των μικρών δευτερολέπτων που νομίζει κανείς πως κλονίζεται η πίστη του. Η μεγαλύτερη πίστη του. Ο εαυτός του, η ύπαρξή του. Η ουσία του και η μορφή του. Για τα τρίτα πρόσωπα, αξίζει κανείς να κάνει θυσίες, γιατί δεν του διασφαλίζουν τη μόνιμη παραμονή. Αυτό το γεγονός από μόνο του, γεννά την αμφιβολία. Μια ζωή, ένα στερέωμα γεμάτο αμφιβολίες, είναι λόγος για δημιουργικό έναυσμα ή αιτία μεγάλων καταστροφών. Ας κληθεί ο καθείς να αντικρίσει τον καθρέφτη του. Με τον φίλο του, τον εαυτό του και τις αντανακλάσεις τους. Με άλλον έναν φίλο και την αντανάκλασή του, ο οποίος είναι ένας άλλος εαυτός. Και με έναν τρίτο, και με έναν νιοστό φίλο, όσοι όλοι οι εαυτοί του. Όταν η μάζωξη αυτή θα αβγατίσει, τότε ο ενδιαφερόμενος, ας κάνει μια μικρή σκέψη για την αξία των τρίτων. Όχι των τρίτων εαυτών.. Των άλλων.. Θα εντυπωσιαστεί με το πόσο πλήρης μπορεί να είναι μια ζωή που βασίζεται στο συναπάντημα του καθρέφτη. 

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Δυισμός

Η καθεστηκυία τάξη έχει ορίσει τον Αύγουστο ως τον μήνα των διακοπών. Προσαρμόστηκε πάνω στα πλαίσια του Δημοσίου. Τα πάντα παραλύουν τον Αύγουστο, τουτέστιν και ο ιδιωτικός τομέας αναγκάζεται να ακολουθήσει. Πέραν αυτού, ιστορικά αν το δει κανείς, οι μετεωρολογικές συνθήκες ακόμα και στο πρόσφατο παρελθόν οδηγούσαν τον επίδοξο παραθεριστή στο να ζήσει το βαθύ καλοκαίρι τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου. Ο μήνας αυτός ήρθε, και το λεκανοπέδιο αρχίζει να νιώθει τα πρώτα συμπτώματα αυτής της γάγγραινας. Το πρώτο μούδιασμα που θα φέρει την παράλυση μιας ολόκληρης πόλης.
Ένα βιβλίο μιας φαντασμένης συγγραφέα από την Ιρλανδία -νομίζω- λέγεται Ο Αύγουστος είναι κακός μήνας. Αν με ρωτούσε κάποιος τα περασμένα χρόνια αν συμμερίζομαι τη γνώμη αυτή, θα έλεγα πως τίποτα δε με βρίσκει πιο σύμφωνο. Ακόμα και τότε καταλάβαινα την πλάνη μέσα στην οποία είχα πέσει, ωστόσο έπρεπε να φτάσω στο 2014 για να συνειδητοποιήσω βαθιά πως ο Αύγουστος είναι κομβικός μήνας, κάτι που δεν τον καθιστά καλό αλλά σε καμία περίπτωση κακό. Ένας καθηγητής στη σχολή σε μια ανύποπτη στιγμή είπε: "Ήρθε και το καλοκαιράκι. Θα πάτε και για μπάνια όταν τελειώσουμε. Μακάρι να διαβάζετε και τίποτα. Αν και πού να διαβάσεις ; Το καλοκαίρι έχει μια νωθρότητα που κάνει και το μυαλό να βράζει, να νεκρώνεται". Κανένα άδικο. Είναι μια διαπίστωση που ο έχων λίγη νοημοσύνη, μπορεί να προβεί. Και αυτό ακριβώς είναι, που σε συνδυασμό με το κλίμα του μήνα αυτού, τον κάνει να είναι κομβικό σημείο της χρονιάς.

Ο Αύγουστος κλιματικά ξεφεύγει από το καθαρόαιμο καλοκαίρι. Είναι ο μήνας των άκρων όσον αφορά το θέρος. Αγγίζει θερμοκρασίες και ξηρότητα, που ακόμα και ο Ιούλιος θα ζήλευε, και παράλληλα τα υγρά βράδια του και οι ξαφνικές αδιαθεσίες του συναγωνίζονται την απροσδιοριστία του Μαρτίου. Μια τέτοια αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά προφανώς κινητοποιεί σιγά-σιγά τον νωθρό και αποχαυνωμένο από τη ζέστη άνθρωπο, και τον βάζει σε παραγωγικούς φθινοπωρινούς και χειμερινούς ρυθμούς. Τον ξυπνά από το λήθαργο της θερινής ναρκοληψίας που περιλαμβάνει αντιπαραγωγικότητα, παγωτά, και μπάνια στη θάλασσα για τους προύχοντες. Έτσι, με ένα καλοκαίρι να οδηγείται στο τέλος του, ο άρτι αφυπνισμένος νους αρχίζει να κάνει την αποτίμηση, ίσως μερικές φορές πρόωρα, μιας και δεν έχει πάει ακόμα διακοπές, ή δε θα πάει κάν κάπου για διακοπές, ή δε θα κάνει καν διακοπές.
Παράλληλα κανείς δε θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός πως η σχολική νόρμα εντάσσει το μυαλό στο να λογίζει την χρονιά ως σεζόν. Και η σεζόν ξεκινάει το Σεπτέμβρη. Το καλοκαίρι και δη ο Αύγουστος, πρόκειται για ένα χρονικό σημείο στο οποίο το άτομο ή και ο άνθρωπος (έχουν εξηγηθεί οι διαφορές παλιότερα) προετοιμάζονται για μια νέα σεζόν θέτοντας στόχος (ή και όχι). Εν πάση περιπτώσει όμως, έχουμε να κάνουμε με μια περίοδο αναπροσαρμογής στο παραγωγικόν, ξεφεύγοντας από την παραθεριστική μανία, που αγγίζει τα όρια του παροξυσμού.

Δεν ξέρω αν το γλυκύ κλίμα, η αναμονή της περιόδου παραγωγικότητος ή κάτι άλλο είναι αυτά που κάνουν το υποκείμενο να λογίζει τον Αύγουστο ως κάτι το αξιοσημείωτο. Προσωπικά, για να κλείσει αυτό το κείμενο, νιώθω τον Αύγουστο σαν φίλο. Το ένδοξο όνομά του και το χρώμα που του ταιριάζει (που είναι αδιαμφισβήτητα το χρυσό) τον κάνουν να αναβλύζει από τις πηγές του, μικρά ρυάκια μελαγχολίας και ελπίδας. Είναι ο μήνας των ετερόκλητων στοιχείων. Της καλλιέργειας της μοναχικότητας και της συλλογικότητας. Καλύπτει τις ανάγκες όλων των ομίλων της κοινωνίας. Είχαμε μια έντονη σχέση για πολλά χρόνια. Αγάπη και μίσος. Ένα μίσος (ξεκινώ ανάποδα ετοιμάζοντας το κειμενικό κρεσέντο) το οποίο απέρρεε από τη θέλησή μου να εγκαταλείψω για λίγο καιρό την πόλη που αγαπώ όσο τίποτα αλλά με τρώει. Μια αγάπη, γιατί μου έδινε την ευκαιρία να μένω σε μια εγκαταλελειμμένη πολιτεία η οποία με ανάγκαζε να την ξαναδώ με νέα μάτια σαν τρίτος. Να αγαπώ αυτό που με τρώει, και δεν είναι τίποτα άλλο από την κατ'επιλογήν μοναχικότητα μέσα σε μια συλλογικότητα. Το εγώ, μέσα στο όλον της πόλης.

Φέτος θα απογοητεύσω τον Αύγουστο και θα έρθω σε μια πρωτοφανή ρήξη με τις προσδοκίες του. Εάν δεν παρουσιαστεί κάτι παρά προσδοκίαν, θα τον ακολουθήσω στις υποσχέσεις που δίνει και θα εγκαταλείψω την πόλη για λίγο καιρό. Ίσως κάτι τέτοιο να βοηθήσει, ίσως και όχι. Η σημασία όλη ρίχνει το βάρος της στην φυγή. Μια φυγή όχι από την πόλη τόσο πολύ, όσο από τον Αύγουστο και ο,τι κουβαλάει. Το σώμα θα είναι κάπου και θα παραθερίζει. Αυτό που μπορώ να εγγυηθώ στον Αύγουστο είναι πως το μυαλό θα είναι πάντα στην μοναχική περιπλάνηση της ερημωμένης σαν από πόλεμο πρωτεύουσας. 

Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Όνειρα Βαλκάνια

Ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ, στα παραλίγο του Αυγούστου. Μπαλκόνι ευάερο, στο ανοιχτό πεδίο ανάμεσα στο κέντρο της συνοικίας μας και της εκκλησίας που μας φυλάει. Παρέα αποτελούμενη από 6-7 σερνικά, διαμένοντα στην παραπάνω αναφερθείσα συνοικία με στενούς δεσμούς φιλίας από τα παιδικά των ακόμα χρόνια. Μπύρα φτηνή και κοινώς αποκαλούμενη "οικοδομική", ως να πρόκειται για άδεια δόμησης, και χυμός σταφυλιού ρετσινωμένος, πλαισίωναν το κάδρο αυτού του πιεσμένου συναπαντήματος που η εξέλιξή του ευτυχώς, δεν επιβεβαίωσε τη σχεδόν καταναγκαστική τάση των παραπάνω σερνικών να συναθροίζονται είτε έχουν την ανάγκη για κοινωνικοποίηση είτε όχι. Ως γνωστόν, η ατζέντα των, έκαμε την περιπλάνηση του Μαγγελάνου, όχι προφανώς κατά τα γυναικεία συνειρμικά πρότυπα, αλλά σύμφωνα με την επιταγή της αντρικής συνεννοήσεως που επιβάλλει ιστορική αναδρομή, παύσεις για ανέκδοτες πτυχές εν είδει κουτσομπολιού, αναφορές σε γυναίκες και περιστάσεις όπου η τεστοστερόνη έφτασε σε περίσσεια. Βάσει πρωτοκόλλου η κουβέντα καταλήγει σε σχολιασμό συγχρόνων ή προγόνων, των επιλογών των, πάντοτε υπό το πρίσμα της οικονομικο-πολιτικής κατευθύνσεως.
Για όλα αυτά, νιώθει κανείς την ευλογία της ρήξης με το καλοκαίρι. Η εποχή του θέρους είναι γνωστή για την ηλιοφάνειά της, τις υψηλές και αποπνικτικές θερμοκρασίες και συνθήκες και την αποβλάκωση που προκαλεί. Την αποχαύνωση κάτω από κλιματιστικά, ανεμιστήρες και παλινδρομικά κινούμενες εφημερίδες και περιοδικά. Όταν συμβαίνουν περιστάσεις όπως οι παραπάνω, (που συνήθως προκύπτουν από παρέες σερνικών μιας και φείδονται χρημάτων εν αντιθέσει με τις πάντα εύρωστες οικονομικά γυναίκες) είναι λογικό η αδράνεια του θέρους να σπάει και ο νους να ενεργοποιείται. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερα μέσα, παρά όρεξη για κουβέντα και διάθεση για καβγά πάντοτε πάνω σε δύο υγιείς βάσεις: την επιχειρηματολογία και τη διάθεση για συμφιλίωση μετά την αντιδικία αυτή.
Όταν δε, η ευτυχής αυτή καλοκαιρινή συγκυρία τυχαίνει (εκδύοντας το ρήμα από την 'τύχη' που περιέχει) μεταξύ ατόμων που μοιράζονται τις ζωές τους από ηλικίες απαγορευτικές για τίποτα περισσότερο από παιχνίδι και νεανική αφέλεια, πολλαπλασιάζεται η βαρύτητα. Νιώθει ο συμμέτοχος σε αυτό το παραμύθι της πρώτης παραγράφου, πως είναι ενταγμένος σε μια κοινωνία, έξω από την κοινωνία. Έναν όμιλο ατόμων, που τα κοινά τους βιώματα τους επιτρέπουν να χωρίζουν για πάντα και να σμίγουν ξανά, (διότι ξέρουν πως θα σμίξουν ξανά) άσχετα με το αν η επαφή τους περιορίζεται στην απλή φιλία ή αγγίζει τα όρια της αδελφικής εξάρτησης.

Η ανατολή του ηλίου και το αργό χάσιμο της σελήνης, φέρνει τη νέα μέρα. Κατά μία θεώρηση η νέα μέρα πρέπει να σε βρίσκει στο μεταίχμιο ύπνου και ζωής. Η συγχρονιστική θεώρηση της γέννησης του πρωινού με τη βιολογική αφύπνιση. Η άλλη θεώρηση, στην οποία δεν μπορώ να επινοήσω όνομα, υποστηρίζει πως η ανατολή πρέπει να σε βρίσκει ξύπνιο. Πάμπολλες απεικονίσεις του καλλιτέχνη, με συμβολιστικό περιεχόμενο, τον αναπαριστούν ως την αναμμένη λάμπα στην πρόσοψη μια πολυκατοικίας στην πιο μαύρη ώρα της νύκτας. Αν επομένως, επιλέγει κάποιος να είναι καλλιτέχνης έστω για το βίο του, οφείλει να είναι ξύπνιος στην ανατολή. Πως θα αγγίξει κανείς το φως, αν δεν έχει μάθει το σκοτάδι ; Το σκοτάδι της νυχτός, κι όχι το σκοτάδι των βλεφάρων του.

*Στους Βαβουρ, Τσατσάκο, Χαρίλα, Πίπη, Τρόνη, Φατσέα 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Παραμέληση-Δημιουργία-Μισανθρωπισμός

Ομολογουμένως μεγάλη εντύπωση προκαλεί το γεγονός της παραμέλησης. Όταν συμβεί σε κάποιον έχει τη δύναμη να κινητοποιήσει μια σειρά από αντιδράσεις που διακυμαίνονται. Η καμπύλη της διακύμανσης, φτάνει από τα επίπεδα της αδιαφορίας, στα επίπεδα της δυσφορίας και της υπερβολικής ενόχλησης. Σαφώς και ένας ευαίσθητος χαρακτήρας δεν μπορεί, παρά να υποκύψει στην χίμαιρα αυτή συνήθως θέτοντας τον εαυτό του στο στόχαστρο, θεωρώντας πως αυτός προκάλεσε αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Είτε αδύναμος είτε δυναμικός όμως, ο άνθρωπος δέχεται το φαινόμενο αυτό από την αγέλη στην οποία εντάσσεται από τα γενοφάσκια του με αποτέλεσμα η παραμέληση να τείνει να εξετάζεται ως ένα ανθρωπολογικό φαινόμενο.
Σίγουρα κάποιος θα ενέτασσε το φαινόμενο αυτό στις άμεσες συνέπειες της τυποποίησης του βίου και της ολοένα και αυξανόμενης επιτάχυνσης της καθημερινότητας. Δε θα βρεθεί επιχείρημα πειστικό αρκετά για να αντικρούσει τη θέση αυτή, ωστόσο ο άνθρωπος πρόκειται για ένα ον εξαιρετικά προσαρμοστικό. Η καραμέλα της καθημερινότητας και της εκβιομηχάνισης πρέπει οπωσδήποτε να τεθεί κατά μέρους, μιας και μετά από έναν αιώνα βαριάς βιομηχανίας και ατέρμονης περιοδικότητας μιας καθημερινότητας ηλεκτρισμένης, είναι τουλάχιστον ανασφαλές να αποδίδουμε τα πάντα στους "αυξανόμενους ρυθμούς της ζωής". Κάθε φορά που κάποιος αποδίδει ένα φαινόμενο σε αυτή την αιτία, μία ακόμα ελπίδα πεθαίνει γα την ανθρωπότητα και το μέλλον της. Θεωρούσα πως ήταν αμιγώς ελληνικό γνώρισμα αλλά τελικά είναι οικουμενικό. Ο άνθρωπος επιδιώκει να βάλλεται και να καταπιάνεται με πράγματα που είτε θα βυθίζονται στην κοινοτοπία είτε θα προκαλούν εξαιρετικές αντιδράσεις.
Πίσω στο θέμα μας. Η παραμέληση ευθύνεται για την αυτενέργεια. Και για να μην χρησιμοποιώ το ρήμα "ευθύνομαι" το οποίο συνηθίζεται να έχει βαρομετρική σημασία στον τυποποιημένο δημοσιογραφικό λόγο, θα επιχειρήσω να το πω αλλιώτικα. Η παραμέληση ενεργοποιεί το αισθητήριο της δημιουργικότητας. Μιας δημιουργικότητας που έχει πρωτεϊκές ιδιότητες και συνήθως -λέω, συνήθως- επιτυγχάνει. Το υποκείμενο που τη δέχεται συνήθως μετά από την πάροδο λίγων λεπτών παύει να νιώθει άσχημα και οργανώνει το πλάνο δράσης για να καλυφτεί το κενό της επικοινωνίας ή της μέριμνας, που δημιουργεί ο δήμιος και ο έχων τον ενεργητικό ρόλο στην πρόκληση παραμέλησης. Το πλάνο δράσης αυτό, αν το προσεγγίσει κανείς κοιτώντας κάτω από τις λέξεις/πράξεις, συνειδητοποιεί πως πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης. Ο παθών, για να αναπληρώσει το κενό, σκαρφίζεται μύριους τρόπους για την παραγωγή ενός έργου που όχι απλά θα συμπληρώσει την τρύπα που δημιούργησε η παραμέληση, αλλά θα υπερκαλύψει και θα τσιμεντώσει για πάντα το έλλειμμα.
Η εκδίκηση μέσα σε όλο αυτό βρίσκεται στην χειραφέτηση. Και η χειραφέτηση είναι μια διαδικασία δυναμική η οποία δεν περιορίζεται στα στενά -και στενόμυαλα- όρια του απογαλακτισμού από τη μητέρα, έπειτα από την οικογένεια και τέλος από τον οίκο -χωρίς τα γέν(ε)ια. Η χειραφέτηση πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία λοιπόν, που αφορά τη ζωή στην ολότητά της. Το βίο, θα λέγαμε αλλιώς μια και ως λέξη φαίνεται να βλέπει τα πράγματα από απόσταση, σε αντίθεση με τη ζωή που το σημασιολογικό της βάρος -τουλάχιστον για μένα- αφορά κάτι το ενεργητικό και εκτυλισσόμενο. Όσο προχωράει κανείς στο βίο του πρέπει να ξεπερνά κάπου-κάπου τους σκοπέλους της χειραφέτησης. Να προσπαθεί προοδευτικά (επομένως εξελικτικά) να αποβάλλει την "ανάγκη" που εκπληρώνεται από τη βοήθεια του συνόλου, και να περάσει στην "ανάγκη" της εκπλήρωσης των ατομικών θέλω.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν άλλον έναν παροξυσμό αντικοινωνικότητας ή διαστροφής κατά του κοινωνικού βίου. Είναι ίσως μια καλύτερη άποψη (όπως λέμε, άποψις Αθηνών) της μισανθρωπίας, σε αντιδιαστολή με τον ορισμό που δίνει ο κ. Πελεγρίνης στο πρόσφατο άρθρο του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Η μισάνθρωπη στάση, αγαπάει την κτίση. Δεν αγαπάει τα κτιστά όντα. Βάζει τον Ακινάτη σε θέση διαβόλου όταν καλεί τον άνθρωπο των Μέσων χρόνων να αγαπήσει τα κτιστά. Η τέχνη, τα ήθη και όλα αυτά που φέρονται στο άρθρο του Πελεγρίνη να μπαίνουν στον ανεμοστρόβιλο καταστροφής του μισάνθρωπου, αποτελούν οργανικά σημεία της πλάσης. Ο μισάνθρωπος τα αγαπάει, απλά τα αναγνωρίζει μόνο εφόσον τα γεύεται μόνο αυτός.

Άλλωστε τι είναι η τέχνη ; Ένα τμήμα του κτιστού που ο καθένας μας θέλει να ερμηνεύει αποκλειστικά βάσει του εαυτού του, και σε τελική ανάλυση με την κίνησή του αυτή, θέλει να το αποκτήσει. Το σύνδρομο του Διογένη θα μπορούσε να το ονομάσει κανείς αυτό. Που κοίταζε τον ήλιο ολημερίς. Όσες υποθέσεις και να γίνουν, ο Διογένης θεωρούσε πως ο ήλιος του ανήκει. Δεν μπορώ να το στηρίξω κάπου, όμως είμαι σίγουρος. 

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Έντυπα

Το βιβλίο. Το έντυπο. Το χαρτί. Διαφορετικές δηλώσεις για το μέσο που απεικονίζει, διηγείται, αφηγείται, σημαίνει. Ανασκοπήσεις περί περγαμηνών, ειληταρίων, κωδίκων, Κινέζων και λοιπών termini technici (δεν το κλίνω) είναι ανώφελες. Οι δηλώσεις έστω των στοιχείων αυτών που σηματοδοτούν την πορεία της γραφής και της ανάγνωσης ως μια παραγωγική, δούναι και λαβείν διαδικασίας κινητοποιούν τον αναγνώστη αν θέλει να μάθει κάτι παραπάνω, να ερευνήσει την κοντινότερή του βιβλιοθήκη ή τη μηχανή αναζήτησης που προτιμά στο διαδίκτυο.
Αφορμή της σημερινής έκθεσης ιδεών, αποτελεί η πρώτη μου επιτυχία σε διαδικτυακό διαγωνισμό-κλήρωση. Ξέρετε, αυτούς που ο εκδοτικός οίκος χρησιμοποιεί για να προμοτάρει μια νέα του έκδοση. Η διαδικασία έχει ως εξής: Ο αναγνωστικός όχλος πατάει την ένδειξη 'Μου αρέσει' σε γνωστή σελίδα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, παρακολουθεί τις δημοσιεύσεις του φορέα. Ο φορέας εκδίδει νέα συλλογή ή μια νέα έκδοση έστω. Κοινοποιεί την είδηση και παράλληλα εξαγγέλλει διαγωνισμό. Συνήθως θέτει μια ερώτηση που ο όχλος πρέπει να απαντήσει κάτω από τη δημοσίευση. Η σωστή απάντηση δίδεται και έτσι όλοι οι υπόλοιποι την αντιγράφουν με παραλλαγμένα λόγια. Έτσι, απαντώντας σωστά μπαίνουν στην κλήρωση. Μετά από κάποιες μέρες ανακοινώνεται ο νικητές ή οι νικητές και παραλαμβάνουν το έπαθλο από τον οικείο φορέα.
Σε μια τέτοια διαδικασία κέρδισα και εγώ. Ο ίμερος που μου δημιουργήθηκε για τον Ίψεν, πληρώθηκε από κάποια ανώτερη δύναμη. Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς το γεγονός πως ανακαλύπτοντας τον Νορβηγό δραματουργό έπεσα με τα μούτρα να τον περαιώνω αναγνωστικά, έχοντας μάλιστα τόσο μεγάλο πόθο για το έργο του, που ορκίστηκα στον εαυτό μου πως θα πήγαινα μέχρι και θέατρο να δω παράστασή του, παρά το γεγονός πως νιώθω εξαιρετικά αμήχανα και άβολα στα θέατρα για προσωπικούς λόγους. Λόγοι που έχουν να κάνουν ξεκάθαρα με τη μικρή ανοχή μου στο γεγονός πως αυτό που διαδραματίζεται ενώπιον μου είναι πλαστό. Έτσι στην αναγγελία του εκδοτικού οίκου πως θα εκδώσει τα Άπαντά του, και παράλληλα προκηρύσσει διαγωνισμό με έπαθλο ένα τμήμα αυτών δήλωσα συμμετοχή απαντώντας ποιος ήταν ο εισηγητής του Ίψεν στην Ελλάδα. Τη στιγμή που δήλωσα συμμετοχή ένιωσα τη βαθιά σιγουριά πως θα κερδίσω, κάτι που ίσως να σημαίνει κάτι γι'αυτούς που δηλώνουν συχνά συμμετοχή σε τέτοιου είδους διαγωνισμούς. Βέβαια η σιγουριά αυτή πληρώθηκε, το γεγονός όμως αυτό αποτελεί άλλη συζήτηση, την οποία και θα ήθελα να παραθέσω σε κείμενο κάποια άλλη φορά.
Φεύγοντας από το σπίτι σήμερα το πρωί για να πάω στο εν λόγω βιβλιοπωλείο, έκανα έναν έλεγχο στην τσέπη, για να δω τι περιέχει. Επικίνδυνα πράγματα, μιας και ο καγχασμός μου με ξεπερνά κάθε φορά που δε βρίσκω τίποτα. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια, βρήκα 2 ευρώ και κάτι και αποφάσισα προτού πάρω το τρένο για κέντρο, να ελέγξω ποιες εκδόσεις του συγκεκριμένου βιβλιοπωλείου βρίσκονταν σε προσφορά. Εξευτελιστική προσφορά, για να είμαι πιο ακριβής. Φυσικά πολλή σαβούρα καταλήγει στο δίευρω και το τρίευρω, μέσα όμως σε αυτά βρίσκεις ενίοτε και καλά πράγματα τα οποία ο αναγνωστικός όχλος έφτυσε και έκρινε ως 'μη αξιόλογα' και ο φόβος της πολτοποίησης ώθησε τους εκδότες να τα σκοτώσουν σε τιμές που δεν τιμούν ούτε τον συγγραφέα, ούτε κυρίως τον εκδότη που προ κρίσεως, προ φτυσίματος κλπ κοστολογούσε το βιβλίο 500% πάνω. Πίσω στο θέμα μας, έφυγα από το τσαρδί μου, με μεγάλη χαρά μιας και βρήκα ένα βιβλίο που με ενδιέφερε. Αρχική τιμή 2 ευρώ. Νέα τιμή 1,80 ευρώ. Τελικά φτάνοντας στο βιβλιοπωλείο έμαθα πως έφτασε στα 1 και 40. Με τέτοια καθοδική τάση, είμαι πολύ αισιόδοξος πως κάποια στιγμή θα μου το χαρίσουν. Εν τέλει για να μη μακρηγορώ το βιβλίο δε βρέθηκε κι έτσι η αρχική μου χαρά μετατράπηκε σε απογοήτευση. Παρά ταύτα έλαβα στα χέρια το δώρο μου και έφυγα περιχαρής.

Προ ολίγων ημερών, πέρασα από ένα άλλο βιβλιοπωλείο στην ίδια ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας και ήλεγξα τα κουτιά με τα βιβλία εις προσφοράν. Ταμπελάκια 0,50-1 ευρώ, 2-3 ευρώ. Σαν τη λαϊκή ένα πράγμα. Και μέσα πλήθος βιβλίων έκδοσης δεκαετίας του '90. Βιβλία που επίσης δεν έχαιραν εκτίμησεως του αναγνωστικού όχλου και τέθηκαν σε κοψοχρονιάτικο εκτελεστικό απόσπασμα. Εκεί πήγα μπας και ξεχαρμανιάσω με τα 2 ευρώ που με έτρωγαν στην τσέπη. Μετά από μια μεγάλη περίοδο διαλογής κατέληξα σε δύο. Το δίλημμα μεγάλο και επέλεξα ενστικτωδώς αυτό που ήταν στο δεξί χέρι. Δε θέλω αναγνώστη να κρίνεις κάτι για το δεξί. Ακόμα και ο Πυθαγόρας προκρίνει τη δεξιά πλευρά του σώματος ως την πιο λογική (π.χ. δει τον δεξιον υποδείσθαι πρότερον).

Το ταξίδι της επιστροφής με βρήκε στο τρένο να ελέγχω τα νέα χαρτιά που αγόρασα και μου προσφέρθηκαν. Ένιωσα μια πληρότητα για το ταξίδι που έκανα ως το ηδύ από ζέστη κέντρο της πόλης μου. Δεν ίδρωσα, δεν πόνεσαν τα πόδια μου ως συνήθως από τη βιασύνη και τη ζέση μου να φτάνω πάντα στην ώρα μου.Έκανα μια εποικοδομητική βόλτα η οποία θα πραγματωθεί πλήρως όταν διαβάσω τα νέα αποκτήματα. Και εδώ προκύπτει η σκέψη της ημέρας.
Το χαρτί κουβαλά πάνω κάτι οικουμενικό. Κάτι εναρμονισμένο με την φύση, μιας και από αυτήν προέρχεται. Είναι κάτι πρόστυχο και προκλητικό. Κάτι που σε κάνει να επιτελείς πράγματα τα οποία δε θες. Σκέψεις, αναμνήσεις, ακόμα και την ίδια τη γραφή. Σε μια στιγμή απέραντης πλήξης, ένα χαρτί και ένα μολύβι εκεί κοντά θα σε ερεθίσουν έστω να κάνεις ακανόνιστες γραμμές, να γράψεις το όνομά σου, να βάλεις την υπογραφή σου. Οξύμωρη εικόνα, η πλήξη, η γραφή... Η βόλτα μου σήμερα με έκανε να αναθεωρήσω κάποιες βλέψεις μου. Κάποιες κοσμοθεωρίες που βασίζονται στη συσσώρευση χρημάτων για ένα καλύτερο αμάξι. Ή για τη συλλογή πακέτων άψυχων χαρτιών με σκοπό ένα δεκαήμερο σε έναν καλοκαιρινό προορισμό. Καθεμιά κίνηση συνιστά μια γραμμική πορεία με έναν αντικειμενικό σκοπό. Αν ο σκοπός νοσεί, η ζωή νοσεί.
Καλοκαίρι ήρθε. Ο αναγνωστικός όχλος θα προμηθευτεί ένα βιβλίο. Η τάση της εποχής είναι η ροζ λογοτεχνία. Ας είναι. Όσο και αν μας θλίβει αυτό, εμάς που θέλουμε να ξεχωρίζουμε από τον αναγνωστικό όχλο και αυτάρεσκα βαυκαλιζόμαστε κάτι τέτοιο, είναι μια κίνηση ελπίδας. Αγοράζεις ένα βιβλίο. Στερείσαι κάτι από το εισόδημά σου, το οποίο θα το μετουσίωνες ενδεχομένως σε κάτι ανούσιο, ανώφελο. Ας είναι. Ακόμα και η χειρότερη λογοτεχνία έχει κάτι να προσδώσει. Έστω μια καλύτερη ορθογραφία. Δεν πάει χαμένη, ακόμα κι αν είναι το τελευταίο άρλεκιν. Κάποιος αφιέρωσε χρόνο να το γράψει, κάποιος αφιέρωσε χρόνο να το διαβάσει. Κάποιος κερδίζει, κάποιος χάνει. Ή για να είμαι πιο ακριβής, κάτι κερδίζεται, κάτι χάνεται. Ας χάνεται ο χρόνος... Το μόνο μετρήσιμο μέγεθος που δεν μπορεί να δαγκώσει κανείς και δεν μπορεί per se να δαγκώσει κανέναν. 

Σάββατο 21 Ιουνίου 2014

Το πιο πολύ φως

Χαρούμενο Ηλιοστάσιο. Ο δωρητής της ζωής. Ο ήλιος. Θα μπορούσαμε χωρίς επιφύλαξη να πούμε πως θέτει υψηλή υποψηφιότητα για την ανάληψη της θέσης του Θεού της γης. Προφανώς χάνει, από το γεγονός πως υπάρχουν εκατομμύρια ήλιοι σε όλο το γαλαξία μας, και μύριοι γαλαξίες στο σύμπαν. Αν συνυπολογίσει κανείς και την σκοτεινή ύλη, δε θα μάθουμε ποτέ πόσο είναι το σύμπαν. Επομένως προεκτείνοντας τη σκέψη αυτή, δε θα μάθουμε ποτέ και τον Θεό. Ο σκοπός φυσικά του σημερινού κειμένου δεν είναι να θίξει τα θεολογικά ερωτήματα που ταλανίζουν τον άνθρωπο, ούτε γενικά να ενταχθεί στα πλαίσια των μεταφυσικών κειμένων που κατά καιρούς έχουν γραφτεί.
Η σημερινή απόπειρα γραφής έχει να κάνει με μια τομή στη σκέψη του γράφοντος. Μια μεταστροφή όχι 180 μοιρών, αλλά αρκετών για να πει κανείς πως είναι ριζική για τη σκέψη. Πρόκειται για όλα αυτά που σηματοδοτεί το Ηλιοστάσιο το οποίο εορτάζεται σήμερα στη βόρεια Ευρώπη και συμβαίνει παγκοσμίως. στο βόρειο ημισφαίριο. Και όλα αυτά που σηματοδοτεί αφορούν τον άνθρωπο πρωτίστως και την φύση σε δεύτερο πλάνο.
Ο ήλιος είναι ζωογόνος. Δίνει τα πάντα. Ο άνθρωπος χρωστάει πολλά στη μέρα. Η νύχτα κρύβει μεγάλο πλούτο εμπειριών που η μέρα δεν μπορεί να διανοηθεί. Παρόλ'αυτά όμως η μέρα είναι αυτή που στήνει το πάλκο για να εκδηλώσει κανείς την ηθοποιϊα της ζωής του, που προβάρει τη νύχτα. Ίσως η σκέψη να είναι όχι καλά οργανωμένη, ο αναγνώστης όμως είναι αρκετά έμπειρος για να καταλάβει τον ειρμό της. Ορίζοντας λοιπόν, αυτό το πράγμα σαν σταθερά, μπορούμε να διαμορφώσουμε μια νέα σκέψη πάνω στη σημασία του φωτός τόσο κυριολεκτικά όσο και μεταφορικά.
Το φως του ηλίου είναι αυτό που κινητοποιεί την ενεργητική ζωή. Και όπου ενεργητική ζωή, εννοείται η εκτός ύπνου κατάσταση. (Στο σημείο αυτό θα σκεφτεί κανείς πως κάποιοι κοιμούνται και όρθιοι. Θα συμφωνήσουμε). Οι πρώτοι άνθρωποι ξυπνούσαν με τις αχτίδες του ήλιου στα μάτια τους. Οι μεταγενέστεροι διαμόρφωσαν τον πολιτισμό κάτω από το φως του. Οι σύγχρονοι εξασκούν τα ταλέντα της νύχτας για να επιβιώνουν. Η ζωή είναι δύσκολη και πολύπλοκη. Τα πιο βασικά ερωτήματα της ύπαρξης δε θα απαντηθούν ποτέ, κι έτσι αυτό που μένει είναι η δημιουργική ματαιότητα. Μια ματαιότητα που ζει μόνο για τη μέρα. Τότε μόνο η κοινωνία ενεργοποιείται και η κοινωνική καταξίωση μαζί με το κυνήγι της από τα φρενιασμένα ανθρώπινα όντα τίθεται σε εφαρμογή. Το αέναο αυτό μάταιο κυνήγι δε γίνεται τη νύχτα. Κι όλο αυτό γιατί η νύχτα είναι σχολείο και ώρες πρόβας.
Πολλές φορές σκέφτηκα, αν πρέπει να ζω μόνο τη νύχτα. Και το εφάρμοσα για καιρό. Κυρίως φυσικά τα καλοκαίρια, όταν δεν έχω υποχρεώσεις φοιτητικές ή άλλες. Βέβαια με την τακτική αυτή ήρθε ένας κορεσμός. Διαμόρφωσα άμυνες και αντισώματα που δεν μπορούσα να τα χρησιμοποιήσω το πρωί. Ο ήλιος δεν έβλεπε τα ταλέντα μου και με λύπη παρατηρούσα άλλα όντα να ασκούν καθημερινά τα ταλέντα τους αυτά. Αποφάσισα να ξαναδώ τον ήλιο και να τον ευχαριστήσω που μου δίνει τη δυνατότητα να ασκούμαι και να ζω. Η νύχτα με έκανε άνθρωπο, ο ήλιος όμως μου έβαλε την επικυρωτική υπογραφή και με επιβεβαίωσε ως άνθρωπο. Το α'ενικό είναι οικουμενικό. Συμβαίνει σε όλους, ισχύει για όλους. Ο ήλιος είναι πατέρας στοργικός και τίμιος. Δίκαιος και γενναιόδωρος. Δεν ξέρουμε πόσο θα ζει ακόμα με ακρίβεια. Ας σηκώνουμε τα χέρια ψηλά και ας τον τιμούμε. Όχι ως άλλοι Γερμανοί παγανιστές, αλλά ως ευγνώμονες άνθρωποι.


Πέμπτη 12 Ιουνίου 2014

Μια εξήγηση

Ξεκούρδιστο γιατί μια ζωή κουράστηκε να πηγαίνει σαν κουρδισμένο. Επιλέγει λοιπόν να ξεκουρδιστεί και να συνεχίσει την πορεία του, όποια κι αν είναι, με ρυθμούς ξέφρενους, περίεργους που προκαλούν ερωτήσεις και απορίες. Ξεκούρδιστο γιατί όσο κουρδίζεις κάτι τόσο προδιαγράφεις την πορεία του. Και τίποτα σημαντικό δεν έχει προδιαγεγραμμένη πορεία. Δε σημαίνει πως πηγαίνει στην τύχη, στο βρόντο, αλλά τουλάχιστον δεν ακολουθεί την πεπατημένη.
Λεμόνι γιατί είναι χρηστικό. Ο λογίζων το λεμόνι ως κάτι ξινό πλανάται πλάνην οικτράν. Το λεμόνι είναι καρπός δέντρου. Δεν προδιαθέτει κανέναν σχετικά με τη γεύση του. Στην ωρίμανση το pH κυμάινεται στο 1,8 με 3,2 ανάλογα το έδαφος. Τουτέστιν ξινό. Παρά ταύτα όμως ευεργετικό με πολλαπλές χρήσεις. Φτηνό και εύκολο να το βρει κανείς. Είναι γύρω του, είναι σπίτι του, είναι στην καθημερινότητά του κάτι ποταπό μεν, σχετικά αναγκαίο δε.


Κυριακή 8 Ιουνίου 2014

Χαμένα

Το κείμενο αυτό ξεκίνησε με πολλές απόπειρες στησίματος ενός προλόγου, που μιλάει για το πόσο αινιγματικό είναι το καλοκαίρι, πόσο μας κινητοποιεί να σκεφτούμε και άλλα τέτοια. Έχω ξεκινήσει τόσα κείμενα με αυτόν τον τρόπο που τείνει να γίνει ένα βαρετό μοτίβο. Ας μην βυθιστούμε λοιπόν σε αυτή την περιοδικότητα. Είναι ένα τυπικό γλυκό βράδυ του αθηναϊκού Ιουνίου. 
Η σημερινή συνεδρία απέναντι στο κείμενο αυτό, δυστυχώς θα αποδειχτεί στείρα. Δεν μπορεί να αυτοαναπαραχθεί η σκέψη, σαν άλλη αμοιβάδα. Οι αράδες γεμίζουν με δυσκολία, και απορώ τελικά αν πρέπει να υποβάλλω τον εαυτό μου σε αυτή τη διαδικασία. Τη διαδικασία γονιμοποίησης χωρίς γαμέτες. Είναι ανώφελο και μάταιο. Φυσικά μάταιο με τη σκληρή σημασία. Ματαιότητα που αγγίζει την απάθεια, την αταραξία. Όχι μια μετριοπαθής ματαιότητα που αφήνει περιθώρια δημιουργίας απλά για την κάλυψη του χρόνου. Του χαμένου χρόνου, που θα έλεγε κι ο Προυστ. 
Γεμίζουμε τον χρόνο με ενέργειες. Άλλοτε παραγωγικές και άλλοτε τυπικές για τη διεκπεραίωση της βαριάς γραφειοκρατίας της ζωής μας. Μια γραφειοκρατία που αποδεικνύεται πολλάκις πιο βαριά και από αυτήν της χώρας μας. (Αλλά αυτό είναι μια άλλη κουβέντα.) Οι ενέργειες αυτές, σίγουρα συμμετέχουν στο μωσαϊκό της ζωής, όμως τελικά δε συμμετέχουν ούτε κατ'ελάχιστο στο μωσαϊκό της ύπαρξης. Κάποια στιγμή το κορμί αποσύρεται όμως ο νους δεν παύει να δουλεύει. Φυσικά αν αυτό που κατασκευάζει ο νους δεν πραγματώνεται, είναι μάταιο. Ωστόσο, επανερχόμενοι στη στιγμή της απόσυρσης, ο νους οφείλει να κάνει μια αυτοκριτική και μια ανασκόπηση. Τότε θα υπάρξει η αμείλικτη διαλογή των ενεργειών μας. Μια αμείλικτη και αυστηρή στιγμή κατά την οποία θα απορρίψουμε από αυτή την ανασκόπηση ενέργειες και καταστάσεις, που τη στιγμή που τις βιώσαμε κρίναμε πως η ζωή μας εξαρτάται από την επιτυχή διεκπεραίωσή τους. 
Μεγάλη στιγμή και οδυνηρή. Οδυνηρή γιατί η ύπαρξη είναι αναλώσιμη και δε γυρνάει πίσω. Δεν επανέρχονται τα χαμένα χρόνια ούτε οι χαμένες μέρες. Το σώμα φωνάζει για ξεκούραση και αντιπαραγωγικότητα, όμως δεν πρέπει να το υπακούσουμε, ώστε να μη βιώσουμε αυτή τη στιγμή της καταβαράθρωσης. Για να μην φανούμε τελικά αντάξιοι των προσδοκιών του homo sapiens, οφείλουμε να κάνουμε ένα βήμα και να ξεπεράσουμε αυτές τις προσδοκίες. Δεν αρκεί η ενέργεια. Η ενέργεια άλλωστε μπορεί να είναι απλά ενέργεια για την ενέργεια. Το θέμα είναι να εντάξουμε στο είδος και στον τρόπο δράσης την ενέργεια που πολλαπλασιάζεται (γονιμοποιείται) από τη συχνότητα. Τότε το παραγόμενο έργο δε θα αφήσει τη στιγμή της κρίσης, τον εαυτό μας να θεωρήσει πως τα χρόνια πέρασαν. Τότε ίσως η συνειδητοποίηση της δημιουργικής αξιοποίησης μιας κατά τ'άλλα μίζερης ζωής, να μας δώσει την ευλογία ενός ευτυχισμένου θανάτου.

*Αν αναγνώστη, κρίνεις πως το κείμενο αυτό είναι τόσο απρόσεκτα γραμμένο που δε θα έπρεπε να κοινοποιηθεί, σε καταλαβαίνω. Κι εγώ αυτή τη στιγμή δε θα μπω καν στη διαδικασία να διακρίνω νοηματική συνάφεια. Θα αρκεστώ σε έναν ορθογραφικό και ίσως συντακτικό έλεγχο. Από κει και πέρα, η κρίση σου ας σε οδηγήσει. 

Δευτέρα 2 Ιουνίου 2014

Δυο ιστορίες από το ρέμα

Ιστορία Ι.
Κύκλοι αέναοι, της ζωής. Καλοκαίρι ξανά, λες και δεν πέρασαν ούτε δύο εβδομάδες από τις πρώτες βροχές του περασμένου Σεπτεμβρίου οι οποίες σηματοδότησαν τη λήξη του θέρους. Κι όμως πίσω πάλι. Ή πάλι εδώ. Όπως θέλει κανείς ορίζει το φαινόμενο της περιοδικότητας. Άλλωστε αυτή η επανάληψη της νόρμας και της παραδοξότητας, φανερώνει και διατρανώνει το γεγονός πως ο,τι βιώνει η ύπαρξημ στροβιλίζεται και επανέρχεται τακτικά μέσα στο ανθρώπινο κατασκεύασμα του χρόνου. Το μόνο κατασκεύασμα που παρόλ' αυτά έχει και θεϊκή υπόσταση από μόνο του. Δεν χρειάζεται τίποτα περισσότερο από το να προσπαθήσει κανείς να σκεφτεί τι εστί ο χρόνος, για να καταλάβει πως το μέγεθος αυτό είναι σχεδόν μεταφυσικό.
Είναι περίεργο να βιώνεις κάτι πανομοιότυπα με κάποια άλλη φορά. Ακόμα και αυτά τα πράγματα που έχουν πάντα ίδια επίπτωση στην ύπαρξη, ποικίλουν ως προς τον τρόπο έκφρασής τους κάθε φορά. Έστω κι αν αυτή η ποικιλία είναι μια ελάχιστη παραλλαγή. Ωστόσο, εντοπίζουμε στην καθημερινότητα καταστάσεις και ενέργειες οι οποίες δεν παρουσιάζουν την παραμικρή απόκλιση από την τελευταία φορά που η ύπαρξη τις βίωσε. Σαν ένα deja vu το οποίο το βιώνουμε συνειδητά και ο εγκέφαλος δε μας αποπροσανατολίζει με τα τερτίπια του. Για κάποιον ανεξήγητο λόγο, αυτές οι πανομοιότυπες σκηνές, συμβαίνουν το καλοκαίρι. Και για να μην προσεγγίζει η πρόταση αυτή τα όρια του απόλυτου, ως καλοκαίρι αναφέρεται η περίοδος αυτή του έτους που η μέρα μεγαλώνει και ζεσταίνει. Αναγκαία διευκρίνιση, μιας και είναι ανώριμο να οριστεί ως καλοκαίρι το διάστημα 1/6-31/8. 
Όταν συμβαίνει αυτή η θαμιστική εκδήλωση πανομοιότυπων καταστάσεων, η κοσμοθεωρία μας όσον αφορά την αντιμετώπιση που έχουμε για το παρόν και το μέλλον μας οδηγεί σε δύο δρόμους. Στην περίπτωση της αισιόδοξης προσέγγισης, η περιοδικότητα αυτή σηματοδοτεί τη σταθερότητα. Όπως και να έρχονται τα πράγματα, και όσα γυρίσματα και ας έχει ο καιρός, ο Χρόνος θα είναι εκεί για να επαναφέρει σταθερά, τις καταστάσεις που είτε επηρεάζουν είτε όχι την καθημερινότητα, σίγουρα όμως την εντάσσουν σε ένα πλαίσιο κυκλικό από το οποίο δεν αποκλίνει. Στην αντίθετη περίπτωση της απαισιοδοξίας, η επανάληψη αυτή αποτελεί άλλη μια απόδειξη για έναν κόσμο με άπειρες δυνατότητες, τις οποίες αν κάποιος δεν έχει τα μέσα για να τις αξιοποιήσει, περιορίζεται σε ένα μικρό κομμάτι το οποίο το δίνει ελάχιστη ικανοποίηση και τον βυθίζει ολοένα και περισσότερο σε ένα βούρκο ματαιότητας. 

Ιστορία ΙΙ.
Ο εαυτός είναι μια έννοια παρεξηγημένη και πεζά χρησιμοποιημένη από τους έχοντες άποψη περί αυτής. Συνηθίζεται να εννοείται πως ο εαυτός είναι το εκάστοτε "εγώ", σε μερικές περιπτώσεις είναι το "εμείς" εκφερόμενο μέσα από ένα "εγώ", και πολλά άλλα τέτοια "εγώ","εμείς","αυτό" κι άλλες αντωνυμίες που ορίζουν τη λέξη αυτή, συνήθως σε ψυχοκοινωνικό πλαίσιο.
Η στηλίτευση των παραπάνω, δεν αφορά τα πρόσωπα που εξέφεραν αυτές τις απόψεις, όσο αυτούς που τις διάβασαν και τις δέχτηκαν. Αφορά αυτούς γιατί άκριτα δέχτηκαν την άποψη του καθένα, που αποφασίζει εν βρασμώ ψυχής να ορίσει ίσως το μεγαλύτερο σύνολο ταυτότητας που εμφανίζεται στη γη. Και το αναφέρω ως το μεγαλύτερο, μιας και ο άνθρωπος αποτελεί τουλάχιστον στα χαρτιά ένα έλλογο ον, μισό ή και ένα κλικ παραπάνω από τα πιο κοντινά γενετικά ζώα προς αυτόν. Ο άνθρωπος χαρακτηρίζεται από υπεράριθμα χαρακτηριστικά τα οποία τον κατηγοριοποιούν. Σύμφωνα με το σκεπτικό αυτό λοιπόν, οφείλουμε να παραδεχτούμε πως δε γίνεται να ορίσουμε τον εαυτό μέσα από αυτά διότι ένας τέτοιος ορισμός θα ξέφευγε από συντομία και σαφήνεια. 
Παράλληλα, ο άνθρωπος καθημερινά ενδύεται εκατοντάδες εαυτούς. Μάλιστα, εκατοντάδες κι όχι δεκάδες, μιας και ο δυτικός πολιτισμός επιτάσσει μια προσαρμοστικότητα ούτως ώστε να επιτυγχάνεται η επιβίωση. Επομένως, αυτό μας οδηγεί από μόνο του στο συμπέρασμα πως η ερώτηση "τι είναι εαυτός ;" είναι εξαρχής άκυρη. Η ορθή ερώτηση είναι η εξής: "Τι είναι ο πραγματικός εαυτός ;". Στην ερώτηση αυτή έχουμε λάβει όλα τα απαραίτητα εφόδια για να είμαστε σε θέση να επεξεργαστούμε το αίτημα για ορισμό. Από εκεί και πέρα έγκειται στα ενδιαφέροντα του ερωτηθέντος τι απάντηση θα δώσει. Θεωρώ πως όσο μορφωμένος ή πεπαιδευμένος κι αν είναι κάποιος, είναι αδύνατον να ορίσει τον εαυτό ολοκληρωτικά, μιας και θα ήταν αδόκιμο να μιλήσει για γενετικό υλικό  και ψυχή, καθώς και τα δύο αυτά σαν έννοιες αλληλοσυμπληρώνουν το μωσαϊκό της ύπαρξης, επιστημονικά όμως μένουν αρκετά μακριά η μία από την άλλη.
Μια απόπειρα λοιπόν. Μια απόπειρα σύντομης απάντησης και όχι ορισμού. Ο εαυτός και συγκεκριμένα ο πραγματικός εαυτός, είναι ο τρόπος έκφρασης των ακραίων συναισθημάτων του κάθε ατόμου. Ο,τι ερέθισμα και αν δεχτεί μια ύπαρξη κατά τη διάρκεια της ζωής, τα ακραία συναισθήματα θα υπάρχουν και πιο συγκεκριμένα η στερεότυπη αντίδραση σε αυτά κάθε φορά. 

ΥΓ. Καλό καλοκαίρι, αν και δεν έχουμε καλά δείγματά του. Το Λεμόνι βρίσκεται σε περίοδο μικρής θερινής αγρανάπαυσης. Σιγά σιγά, βήμα βήμα, σκαλί σκαλί. 

Δευτέρα 26 Μαΐου 2014

Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Σκυρόδεμα

Άψυχα κτήρια που έχουν βιώσει και έχουν δει σχεδόν τα πάντα. Φανταστείτε να μιλούσε ποτέ το αστικό τσιμέντο. Φανταστείτε να του δινόταν η δυνατότητα να μιλήσει στον καθένα μας για λίγη ώρα και να του πει τι έχει δει ή ακούσει για τον ίδιο ή από τον ίδιο. Σαν να μην έφτανε αυτό, φανταστείτε να μιλούσε ακατάπαυστα όταν παρουσιαζόταν η οποιαδήποτε κρίση. Σίγουρα θα προσέχαμε περισσότερο τι λέμε ή τι κάνουμε. Θα περιορίζονταν οι ελευθερίες της μοναξιάς. Θλιβερό, όμως για φαντάσου...
Τείνουμε να δίνουμε σημασία μόνο σε ο,τι μιλά, αναπνέει και δίνει την φαινομενική εντύπωση πως ζει. Επίσης, άξιο λόγου και προσοχής αποτελεί ο,τι γυαλίζει, κοστίζει ή ωφελεί παντοιοτρόπως ακόμα και αν δεν ανασαίνει. Ωστόσο το αστικό περιβάλλον και η γρήγορη ζωή, μας απομακρύνουν από το να εκτιμήσουμε τελικά τα μόνα πράγματα που μας παρέχουν ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Κι όχι απλά δεν τα εκτιμάμε, αλλά τα κατηγορούμε με την πρώτη ευκαιρία. Φυσικά βέβαια οι κατηγορίες αυτές δε βγαίνουν με θέρμη από τα χείλη μας. Απλώς επιλέγουμε να κατηγορούμε πάντα ο,τι μας ωφελεί. Και πράγματι το τσιμέντο είναι αυτό για το οποίο γίνεται λόγος παραπάνω.
Σε ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις ή μητροπόλεις της απέναντι ηπείρου υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται και πεθαίνουν μη έχοντας δει ποτέ τον αγρό και τη θάλασσα. Στην Ελλάδα λόγω της εύκολης πρόσβασης σε αυτά τα δύο ορόσημα της χώρας μας, έχουμε την τάση να υιοθετούμε πολύ εύκολα το κλασσικό μοτίβο της επιστροφής στη φύση. Δηλαδή, πάντοτε με την πρώτη ευκαιρία θα κατηγορήσουμε τον αστικό τρόπο ζωής και την τσιμεντούπολη των Αθηνών. Τον αμίαντο και την ηχορύπανση, το καυσαέριο και την πολυκοσμία. Μην μπορώντας όμως να μείνουμε σε αυτό, εννοείται πως θα συμπληρώσουμε την απέχθεια προς την πόλη μας με μια ευχή για επιστροφή στο αγροτικό φυσικό περιβάλλον και τη βουκολική ζωή.

Κανείς όμως δεν κάνει το βήμα προς αυτήν. Και αν το κάνει εν είδει διακοπών, μετά από μια εβδομάδα ή και δυο, θα σπεύσει να χρησιμοποιήσει το εισιτήριο επιστροφής του, καθώς η εξάρτηση από τη μεγαλούπολη αρχίζει να εκδηλώνεται με σωματικά συμπτώματα στέρησης. Μια τρόπον τινά ηρωίνη είναι η τσιμεντούπολη που δε σε κάνει να φύγεις. Και για να είμαι ακριβέστερος, είναι αλκοολίκι. Πάντα το θες, ποτέ δεν το παραδέχεσαι. Αντιθέτως διακηρύσσεις όπου σταθείς και βρεθείς πως είσαι καθαρός και η ζωή σου κυλά σαν παραμύθι.
Κανείς δεν κάνει το βήμα, και το τσιμέντο πληγώνεται. Πληγώνεται ναι, γιατί έχει ακούσει όλες τις σκέψεις σου σιγανόφωνες ή βροντερές. Έχει δεχτεί τη γροθιά σου μια και δυο και καρτερικά έμεινε εκεί στέρεο και ανθεκτικό για να απορροφήσει το πρόβλημά σου που εκτονώθηκε με τον ανεξέλεγκτο θυμό σου. Ήταν εκεί όταν χάρηκες. Ήταν εκεί όταν λυπήθηκες. Ήταν εκεί όταν μέθυσες πρώτη φορά και στο πρώτο σου τσιγάρο, κι όμως δεν είπε τίποτα στους γονείς σου. Ήταν εκεί όταν έζησες τον έρωτα πρώτη φορά με ένα αθώο, αδέξιο φιλί. Θα είναι εκεί όταν θα λάβεις το τελευταίο φιλί στο μέτωπο και θα μπουν μαύρα σεντόνια στην κάμαρή σου.

Και εσύ θες να φύγεις. Άντε, φύγε. Πούλα τους φίλους σου. Δεν είχες ποτέ άλλωστε. Και το τσιμέντο ; Σιγά, θα χάσει άλλον έναν φίλο. Αλλά δε θα χάσει... 

Δευτέρα 19 Μαΐου 2014

Πιόνια

Κάπου κάποτε, ο Κορνήλιος Καστοριάδης αναφέρθηκε στην άσκηση εξουσίας λέγοντας πως ο έχων την τάση να θέλει να ασκεί εξουσία, υστερεί σε νοημοσύνη από το μέσο όρο. Οι εκλογικές διαδικασίες τον επιβεβαιώνουν και με το παραπάνω. Εκλογές σήμερα, και κατά τα συνταγματικά καθέκαστα κατευθύνθηκα στο οικείο εκλογικό κέντρο για να ψηφίσω. Δεν ξέρω πως θα μπορούσα να ορίσω την εντύπωση που δίδεται εκ πρώτης όψεως, αλλά σίγουρα θα υποστήριζα πως η όλη περίστασις πλαισιώνει ένα cult σκηνικό, με πλούσιο λαογραφικό ενδιαφέρον.
Πιο συγκεκριμένα, βρισκόμαστε στο έτος 2014 σε μια περίοδο οικονομικής ύφεσης όπου το πολιτικό σύστημα έχει καταφέρει να χάσει εξ ολοκλήρου την αξιοπιστία του, με αποτέλεσμα τα δύο κυριότερα χαρακτηριστικά που παρουσιάζονται να είναι η αντίδραση και η απαξίωση. Η αντίδραση φαίνεται καθαρά στα εκλογικά αποτελέσματα και στις επιλογές του αγανακτισμένου κόσμου, ενώ η απαξίωση είναι κάτι που κοσμεί ως επικεφαλίδα την στάση πολιτικοποίησης του ατόμου. Η απαξίωση αυτή φυσικά, δεν περιορίζεται μόνο στο εκλογικό σώμα αλλά και στις υποψηφιότητες.
Μεγάλη συζήτηση έχει δημιουργηθεί γύρω από τους κατα τόπους υποψήφιους δημοτικούς συμβούλους και την ποιότητά τους είτε ως άνθρωποι είτε ως επαγγελματίες. Αναφέρω επίτηδες την επαγγελματική ιδιότητα μιας και η συντριπτική πλειοψηφία αποτελείται από άτομα εργαζόμενα στον ιδιωτικό τομέα, τα οποία επιδιώκουν μέσω μιας ενδεχόμενης εκλογικής νίκης να προωθήσουν τα συμφέροντά τους εν μέσω χαλεπών καιρών, και επί τη ευκαιρία να προσφέρουν κάτι ελάχιστον στην τοπική αυτοδιοίκηση υπό τη μορφή αντιπερισπασμού και αποπροσανατολισμού. Έτσι λοιπόν, οδεύοντας προς το σχολείο όπου και ψήφιζα, είχα ήδη μια μικρή ενημέρωση για τα πρόσωπα τα οποία ξαφνικά έγιναν συνειδητοποιημένοι ενεργοί πολίτες και έθεσαν υποψηφιότητα. Φτάνοντας εκεί, και κατόπιν της αναμονής στην ουρά, εξέτασα εξονυχιστικά τους υποψηφίους διαπιστώνοντας πως τα μεγαλύτερα εξαμβλώματα της συνοικίας μου, ήταν υποψήφιοι με τον έναν ή με τον άλλον συνδυασμό. Άτομα που ως ταμπέλες, επιεικώς θα κέρδιζαν το "άχρηστοι". Ιδιοτελή κτήνη, ανίκανα και μηδαμινής ποιότητας, που ακούγοντας την πιθανότητα να κερδίσουν μια αναγνωρισιμότητα (όποια κι αν είναι σε επίπεδο τοπικής αυτοδιοίκησης), έσπευσαν να τυπώσουν κονκάρδες, κάρτες και φέιγ βολάν για να πλασάρουν το τομάρι τους.
Προφανώς στο σημείο αυτό θα διατυπωθεί η εξής απορία. Τόσα χρόνια κυβερνούν σε όλα τα επίπεδα τα ίδια άτομα. Οι ίδιες οικογένειες και οι ίδιες κλίκες. Ας μπουν νέα πρόσωπα και νέα μυαλά τα οποία δε θα κατάγονται απαραίτητα από τα μεγαλύτερα τζάκια ούτε από την μεγαλοαστική τάξη, αλλά από τον εργατικό λαό. Σύμφωνοι ως εδώ. Το ζήτημα είναι όμως να υπάρχει η ασφαλής προϋπόθεση της εγνωσμένης αξίας των προσώπων αυτών. Μιας και εντάσσονται νέα πρόσωπα στον πολιτικό στίβο της χώρας, οι ηγέτες οφείλουν κατά τη διαδικασία διαλογής, να θέτουν κριτήρια τα οποία θα πληρούνται. Κριτήρια όπως η αξιοπιστία, η πολιτικοποίηση και όχι η κομματικοποίηση, το ανιδιοτελές των πράξεων καθώς επίσης και αφοσίωση σε στόχους κι όχι φρούδες ελπίδες/υποσχέσεις. Τότε θα μπορούμε να μιλάμε για αντιπροσωπευτική δημοκρατία και όχι για έναν αμόρφωτο όχλο. Κάτι που πλέον δημιουργήθηκε, ερχόμενος να διαδεχτεί τον οικογενειοκρατικό όχλο και τα μεγάλα τζάκια.
Ασφαλώς όμως, θα επιστρέψω στην πρώτη περίοδο του κειμένου αυτού, επικαλούμενος το μεγάλο αυτόν Έλληνα διανοητή. Πόσοι από αυτούς που πληρούν τις παραπάνω προϋποθέσεις έχουν τη διάθεση να εμπλακούν σε κάτι τόσο ποταπό και ανώμαλο ; Πόσοι από αυτούς ανήκουν στο μέσο (και προς τα κάτω) όρο νοημοσύνης ; Πόσοι από αυτούς θέλουν να βλέπουν τη ζωή τους να στιγματίζεται από την αιώνια στάμπα της εξουσίας ; Μιας εξουσίας που ακόμα και αν ασκείται σωστά με βάση το κοινό συμφέρον, δε θα καταφέρει ποτέ να ροκανίσει ούτε χιλιοστό από τα κοφτερά δόντια του καπιταλιστικού κήτους. Επομένως πόσοι από αυτούς θέλουν να βυθιστούν στη ματαιότητα ενός marketing ελπίδας και μέλλοντος ;

Η πολιτική ζωή του πλανήτη έχει μπει στον αυτόματο πιλότο. Το ποιος έθεσε τον πλανήτη σε αυτή την τροχιά και πορεία, το αφήνω στην κρίση του καθενός, συνωμοσιολόγου ή μη, μοιρολάτρη ή μη. Ειδικά στην ελληνική περίπτωση η απαξίωση άγγιξε την κορυφή. Ο σεβόμενος τον εαυτό του, το λιγότερο που έχει να κάνει είναι να διαμορφώσει μια στάση κριτικής/συνειδητής αποστασιοποίησης και συνειδητής απαξίωσης. Το πολιτικό σύστημα βρίθει από "Θα" που τα έσπειραν και δεν φύτρωσαν. Οι νέοι σωτήρες που κατά καιρούς εμφανίζονται, παρά τις αγαθές προθέσεις, δε παύουν να υπηρετούν ένα σύστημα που προάγει τη μισαλλοδοξία και να παραμένουν πιόνια σε μια παγκόσμια σκακιέρα συμφερόντων, όπου κουμάντο κάνει η Ιστορία, η Μοίρα και μερικές πολυεθνικές.

Είμαστε μόνοι μας.

ΥΓ. Είμαστε μόνοι μας 

Τετάρτη 14 Μαΐου 2014

Δύο χρόνια

Σαν πριν δυο χρόνια το ΞεκούρδιστοΛεμόνι ξεκίνησε τη σταδιοδρομία του. Χωρίς ιδιαίτερη για την ανθρωπότητα προσφορά, κάθισε παρόλ'αυτά και σκέφτηκε λίγο τι έχει καταφέρει. Και κατέληξε στο ότι δεν έχει καταφέρει τίποτα σημαντικό ως τώρα.
Το ιστολόγιο αυτό με τις αναρτήσεις του, απέχει πολύ από αυτό που είχε εξαγγείλει στην πρώτη πρώτη ανάρτηση. Κατέληξε να αποτελεί κάτι που σε καμία περίπτωση δεν είχε ο γράφων φανταστεί. Κάτι σαφώς καταπραϋντικό για τον επί γης προφήτη του Λεμονιού, μιας και η καθημερινή δηλητηριασμένη αθηναϊκή πραγματικότητα, αλλά και η καθημερινή δηλητηριασμένη ζωή, χρειάζεται μέσω της γραφής μια αποσυμπίεση. Μια αποσυμπίεση που έρχεται μέσω της ύπαρξης του φανταστικού αναγνώστη, ο οποίος δέχεται την κριτική μιας κατά τ'άλλα κοινής πραγματικότητας, από έναν κατά τ'άλλα κοινό συγγραφέα. Ο αναγνωστικός ορίζοντας προσδοκιών του αναγνώστη, σπάνια θα ντελαπάρει, από τον ορίζοντα προσδοκιών που θέτει ο γράφοντας, μιας και τίποτα καινούριο δεν γράφεται στα κείμενα του ιστοτόπου. Θίγονται και σχολιάζονται πτυχές καθημερινές, σχεδόν αυτονόητες, με μια μικρή εμβάθυνση που η αυτόματη ζωή μας έχει αποτρέψει να κάνουμε. Ίσως η μόνη ενδιαφέρουσα πτυχή των κειμένων αυτών, που σε τελική ανάλυση, όπως προαναφέρθηκε, δεν επιτελούν κάποιον σημαντικό σκοπό ή κάποιο αγαθό έργο.

Και για να πάμε λίγο στο εύκολο α' ενικό πρόσωπο:

Η παρούσα φάση είναι περίεργη. Αν η σκέψη ήταν κείμενο, θα έβριθε από σολοικισμούς, ασυνέχειες και τεράστια μορφολογικά σφάλματα. Προφανώς, η παραγωγή κειμένων όπως διαπιστώνεις αναγνώστη, είναι πεσμένη και όχι τυχαία. Όλα κάνουν κοιλιές, όπως άλλωστε θίχτηκε πρόσφατα σε μια ανάρτηση. Το ζήτημα είναι η επιστροφή να είναι δριμεία. Δεν πρόκειται να κάνω εξαγγελίες για δυνατή και πολυγράφο επιστροφή. Μπορώ όμως να κάνω μόνο μια εξαγγελία. Όσο υπάρχει αναγνώστης, υπάρχουν ενεργά δάχτυλα πίσω από την οθόνη. Ακόμα κι αν τα δάχτυλα αυτά ακουμπάνε σπάνια το πληκτρολόγιο. Αν ο αναγνώστης φύγει, υπάρχουν δάχτυλα που παραμένουν, υπάρχουν δάχτυλα που πεθαίνουν. Τα παρόντα δάχτυλα έμαθαν να λειτουργούν με ανταπόκριση. Αν χαθεί η ανταπόκριση, ίσως να χαθούν κι αυτά. Όπως και να'χει, ας κρατήσουμε αυτό το δίπολο που φτιάξαμε. Αυτή τη βουβή σχέση, φιλίας ή μίσους, ενδιαφέροντος ή ανίας. Λίγο με ενδιαφέρει η ποιότητα της σχέσης μας. Με ενδιαφέρει όμως να βάλεις το παράλογο στη ζωή σου. Να συμπεράνεις πως το καθημερινό είναι σύνθετο, και αυτό που τελικά έχει σημασία είναι αυτό που γίνεται εδώ κι όχι αυτό που έπεται μετά. Να βάλεις καλά μέσα στο μυαλό σου πως απαγορεύεται να απαντάς "Ο,τι μπορούμε να κάνουμε" όταν σε ρωτούν "Τι κάνεις ;". Διότι κατά πάσα πιθανότητα δεν κάνεις ο,τι μπορείς. Αν έκανε ο καθένας ο,τι μπορούσε θα ήταν διαφορετικός ο κόσμος.
Οι σελίδες αυτές και οι αναρτήσεις αυτές δε θέλουν ούτε να σε αφυπνίσουν, ούτε να σε κάνουν εξυπνότερο, για τους απλούς λόγους πως αυτά τα δύο πράγματα δε γίνονται αν δε το θες εσύ. Συν τοις άλλοις, δεν έχουν και οι ίδιες οι αναρτήσεις αυτές τη δύναμη να σε αλλάξουν. Μπορούν να σου δείξουν όμως μια άλλη πλευρά. Μια άλλη φωνή, που σίγουρα έχεις βρει μέσα σου, και ίσως μπορεί να αναδειχτεί αν λάβει τα κατάλληλα ερεθίσματα. Μπορείς να λάβεις σοβαρά υπόψιν σου κάποια πράγματα, μπορείς να τα αγνοήσεις και ολοκληρωτικά. Τουλάχιστον θα λάβεις την εμπειρία. Και εγώ θα λάβω την ικανοποίηση μιας προβολής. Την ικανοποίηση πως κάποιος ίσως να συμφωνεί ή ακόμα καλύτερα ίσως να διαφωνεί. Στην πρώτη περίπτωση δε νιώθω μόνος, στη δεύτερη εξακολουθώ να είμαι μόνος. Θετικά αποτελέσματα ανάλογα την περίσταση.

Κλείνω υποσχόμενος πως η απαισιοδοξία στα ελληνόφωνα θα συνεχίζει να παίζει στα fm, της οικείας αυτής σελίδας. Για πόσο ; Για όσο... Και βλέπουμε. Όταν τα εξαντλήσουμε όλα, θα τα πιάσουμε από την ανάποδη.

ΥΓ. http://www.youtube.com/watch?v=M0FKEDexivA

Τρίτη 6 Μαΐου 2014

06.05.2014

Διάλογος. Μια απάτη του επικοινωνιακού μοντέλου. Και χαρακτηρίζεται απάτη, διότι είναι σχεδόν απίθανο να πραγματοποιείται ο στόχος του διαλόγου στον υπέρτατο βαθμό. Είναι δυνατόν να υπάρχει σύμπνοια, και ώριμη ανταλλαγή απόψεων, όμως οι συνομιλητές το μόνο που μπορούν να υλοποιήσουν σε ακραίο βαθμό είναι η ακραία απόκλιση των απόψεών τους και όχι η ακραία σύγκλιση. Πάντοτε θα υπάρχει ένα ψήγμα, ένα μόριο διαφωνίας, που ακόμα κι αν αποσιωπηθεί, το γεγονός πως υπήρξε παρόλ' αυτά, καθιστά το διάλογο ανεπιτυχή. 
Η αποτυχία του διαλογικού μοντέλου, έγκειται στο γεγονός πως όλα περιέχουν έναν σκοπό. Εφόσον δεν πραγματοποιηθεί ο σκοπός, τότε και η απόπειρα κρίνεται άκυρη. Σε ένα παράλληλο παράδειγμα -για να προληφθούν τυχόν διαφορετικές απόψεις- η πράξη του μαγειρέματος συμβάλει στην καταπολέμηση της πείνας. Εφόσον το φαγητό καεί, το αποτέλεσμα του 'πράττειν' που εν προκειμένω είναι το 'μαγειρεύειν', πέφτει στο κενό. Θα εξακολουθούμε να πεινάμε. Επιστρέφοντας όμως στο επικοινωνιακό πεδίο, το μόνο που βοηθάει ο αποτυχημένος διάλογος, είναι οι παραστάσεις επιχειρημάτων -εφόσον χρησιμοποιήθηκαν- για κατοπινούς διαλόγους. Επισημαίνεται το -εφόσον χρησιμοποιήθηκαν-, καθώς οι τωρινοί διάλογοι βρίθουν από απουσία επιχειρηματολογίας και στηρίζονται ξεκάθαρα σε ασυνέχειες που η έκπτωση νοημοσύνης που έχει υποστεί η ανθρωπότητα δεν βοηθά στον εντοπισμό τους.
Συνήθως συναναστρεφόμαστε άτομα παρομοίου ή χαμηλότερου iq από εμάς (το τι πρέπει να γίνεται έχει σχολιαστεί σε παλαιότερη ανάρτηση). Εφόσον λοιπόν, ισχύει κατά κανόνα το παραπάνω, η επικοινωνία αυτή είναι σε μεγάλο βαθμό λειψή. Αυτό συμβαίνει γιατί και ο νους συμπεριφέρεται όπως ένας μυς. Εφόσον τελειοποιηθεί από αναερόβιες ασκήσεις με αλτήρες 10 κιλών λόγου χάρη, έπειτα για να επεκτείνει το μέγεθός του και τις δυνατότητές του, πρέπει να ανεβάσει κιλά. Αν παραμείνει στα ίδια, απλά θα συντηρείται και ίσως να πάρει την κατιούσα. Αν κατέβει στα κιλά τότε αδιαμφισβήτητα θα πέσει. Ο μόνος δρόμος για την πρόοδο είναι ένας. Το παράλληλο προς την εκγύμναση του νου, μέσω του επικοινωνιακού μοντέλου είναι προφανές. Αλλά συνάμα δύσκολο διότι πάντοτε υπάρχει η παράμετρος της δεκτικότητας του συνομιλητή.
Αυτό σημαίνει, πως ενώ στα πλαίσια ενός διαλόγου το Υποκείμενο 1 θέλει να έρθει σε συνδιαλλαγή με το σαφώς ανώτερο Υποκείμενο 2, υπάρχει η σοβαρή περίπτωση το Υπ.2 να μη θέλει να έχει τριβή με το Υπ.1. Έτσι ενώ έχουμε μια περίπτωση σφοδρής θέλησης για επικοινωνία και διάλογο από πλευράς ενός ατόμου, με στόχο την εκγύμναση του νου του, πράγμα στο οποίο χρειάζεται ένας ανώτερος συνομιλητής, η πιθανότητα ο ανώτερος συνομιλητής να σνομπάρει το διάλογο αυτόν, είναι τεράστια. Ο ανώτερος συνομιλητής που θα είναι πάντα πρόθυμος να ακούσει και να βοηθήσει ποικιλοτρόπως το γεμάτο θέληση υποκείμενό μας, είναι το βιβλίο και κατ'επέκταση η γνώση. Ο ποιητής λέει πως "Διάλογος δε γίνεται/αν ο ένας είναι άμυαλος". Σε περίπτωση που το δεχτούμε αυτό, και σε περίπτωση που δεχτούμε πως πάντοτε ο απαιτητικός άνθρωπος θα κρίνει ως άμυαλους τους συνομιλητές του ως φυσικά πρόσωπα, τότε η λύση της συνδιαλλαγής με ένα βιβλίο είναι η χρυσή τομή, που ως μονόδρομος εξυπηρετεί το στόχο της επικοινωνίας, και του ανώτερου -τέλειου- διαλόγου. 

ΥΓ. https://www.youtube.com/watch?v=uJjGN59f34Y

Πέμπτη 1 Μαΐου 2014

Θεός Χρόνος

Το έργο κάνει κοιλιά. Μεγάλη κοιλιά σε σημείο που η ιδέα για αποχώρηση φαντάζει η καλύτερη. Το ζήτημα της κακής στιγμής, ή λαϊκότερα της κοιλιάς, είναι κάτι το οποίο μπορεί να εγείρει ερωτήματα σχετικά με την φύση των πραγμάτων, ειδικά δε όταν παρατηρείται αυτό το φαινόμενο σε κάτι πιο ευρύ από το αντικείμενο. Και κάτι πιο ευρύ από το αντικείμενο, που έχει στενή έννοια, είναι ο χρόνος, τουτέστιν η περίοδος. Όταν μια περίοδος κάνει κοιλιά, αυτό σημαίνει πως τα επιμέρους που απαρτίζουν τον χωροχρόνο βρίσκονται όλα στην ίδια κατάσταση, με αποτέλεσμα να επηρεάζεται και ο χρόνος. Εκτός κι αν επεκτείνουμε την υπόθεση, λέγοντας πως ίσως είναι αυτόνομο φαινόμενο, κι έτσι η κοιλιά του χρόνου γίνεται από μόνη της, κι όχι ως αποτέλεσμα συσσώρευσης στα αντικείμενα. Τι μπορεί να σημαίνει όμως αυτό ;
Η φυσική ροή των πραγμάτων, ακόμα και των άυλων είναι η εξής: Δημιουργία-Ακμή-Παρακμή/Φθίση-Τέλος. Η Δημιουργία μπορεί να επιτευχθεί παραγωγικά από κάτι άλλο ή και αυτόνομα. Φυσικά η ύλη δε δημιουργείται εκ του μηδενός, και δευτερολογώντας θα μπορούσαμε να υποστηρίξουμε πως τίποτα δεν είναι πρωτότυπο, καθώς η επιρροή πάντα υπάρχει. Επομένως τίποτα δεν δημιουργείται αυτόνομα. Η ακμή και η παρακμή είναι θέματα που σε μια κοινή γραμμή εξέλιξης θεωρούνται αυτονόητα, αν και το δίπολο αυτό έρχεται σε άμεση συνάφεια με το Τέλος, που σημαίνει και το θάνατο/καταστροφή. Το μοντέλο αυτό, φαινομενικά είναι σωστό όμως κατόπιν λίγης σκέψης αποδεικνύεται προβληματικό.
Όταν κάτι κάνει κοιλιά, δεν μπορούμε να πούμε στατιστικά πού καταλήγει. Αρκετές φορές η κοιλιά αυτή αποτελεί και το τέλος του, ενώ άλλες φορές ένα τυχαίο περιστατικό ή κάτι προκαθορισμένο (σπανιότερα), του δίνει το αρχικό ή και μεγαλύτερο ενδιαφέρον. Στην πρώτη περίπτωση, το μοντέλο Δημιουργία-Ακμή-Παρακμή-Τέλος είναι ορθό. Στην επόμενη όμως, τα μεσαία στάδια Ακμής-Παρακμής, μπορούν θαμιστικά να επαναλαμβάνονται στο διηνεκές μέχρι να έρθει το προκαθορισμένο Τέλος (ή για τους λιγότερο μοιρολατρικούς, το Τέλος απλώς). Η διχάλα αυτή φυσικά ισχύει για όλα τα αντικείμενα στα οποία παρατηρείται το φαινόμενο της κοιλιάς. Στην περίπτωση όμως του χρόνου, ισχύει το ίδιο ;
Ο χρόνος στην προκειμένη περίπτωση είναι κάτι που αφορά φυσικά τον ίδιο per se, αλλά και τον χώρο που επηρεάζει. Με άλλα λόγια, ο,τι αφορά τον χρόνο, μεταφράζεται σε κατοπινή ανάλυση σε περίοδο, κάτι που χωρίς την ύπαρξη χώρου ή έστω κάποιου σημείου αναφοράς δεν έχει νόημα. Σε περίπτωση επομένως που εκλάβουμε τον χρόνο ως χρόνο και τίποτα περισσότερο, η κοιλιά που κάνει δεν επηρεάζει αντίστοιχα τίποτα περισσότερο από τον ίδιο. Αναφορικά δε με αυτό, θα ήταν σχεδόν επικίνδυνο να εκφραστεί στο παρόν κείμενο μια άποψη, καθώς η γνώση του αν ο χρόνος per se πέφτει σε κενά/κοιλιές, είναι κάτι που δεν άπτεται των ενδιαφερόντων και του πεδίου του γράφοντα. Ωστόσο, εάν χρησιμοποιήσουμε τον χρόνο ως προσδιορισμό του χώρου, και μιλήσουμε για την κοιλιά μιας περιόδου, θα καταλήξουμε στο πρώτο συμπέρασμα πως η περίοδος επηρεάζεται άμεσα από τα περιεχόμενα αντικείμενά της. Τουτέστιν κάτι τέτοιο μας οδηγεί στην απλή σκέψη πως τα μεγέθη του χρόνου και της διάρκειας είναι αμιγώς σχετικά και ίσως σημαντικότερα από απλές συμβάσεις (για τον απλό κόσμο κι όχι τον φυσικό επιστήμονα), μιας και ο άνθρωπος μπορεί με παρεμβάσεις του, να μεταβάλλει το ποιοτικό τους κομμάτι.
Σε περίπτωση που αντιληφθεί κάποιος μια γενικευμένη παρακμή, βρίσκεται στα πρόθυρα της συνειδητοποίησης πως και η οικεία περίοδος θα επηρεαστεί. Το ποιόν της ενέργειάς του, δηλαδή αν θα ενεργήσει για την αποφυγή της παρακμής ή αν θα μείνει άπραγος καθορίζουν βασικά ποιοτικά χαρακτηριστικά της περιόδου και κατ'επέκταση του μεγέθους του χρόνου. Έτσι επιλογικά, εφόσον ο χρόνος έχει πολλάκις προσομοιαστεί ως μια άπιαστη υπερβατική έννοια που πλησιάζει την θεϊκή ιδέα, τότε καταλήγουμε εύλογα και -σχεδόν- λογικά στο συμπέρασμα πως ο άνθρωπος κρατά στα χέρια του τη μοίρα του, όντας σε θέση να επηρεάσει σχεδόν ισόθεα μεγέθη όπως ο χρόνος ως προς το ποιοτικό κομμάτι πάντα. Τόσο απλές καθημερινές κινήσεις, και συνάμα τόσο σημαντικές. Αν ο καθένας συνειδητοποιούσε το μερίδιο του στην οικονομία της ύπαρξης, ίσως η περίοδος που διανύουμε να ήταν κάπως καλύτερη. Δυστυχώς όμως οι δυνατότητες του ανθρώπου βρίσκονται σε απόλυτη αναλογία με το πόση ώρα μπορεί να κοιτάξει τον ήλιο. Και ελάχιστοι φέρουν το όνομα "Διογένης". 

Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

En attendant Godot

Στο έβγα των διακοπών της Λαμπρής. Σε κάποιες μέρες, η ψευδαίσθηση πως διανύουμε ακόμα εορταστική περίοδο παύει. Ακόμα κι αν εργάζεσαι ή σπουδάζεις ή εν πάση περιπτώσει ασχολείσαι με κάτι, πάντα η ψυχολογική διακύμανση χαρακτηρίζεται ανάλογα με τα ορόσημα που τίθενται κατά τη διάρκεια του έτους. Έτσι έχουμε την αναμονή, την υλοποίηση και την επαναπροσαρμογή. Μπορεί ο καθένας εύκολα να καταλάβει η κάθε φάση σε ποια περίοδο αντιστοιχεί. Η συνολική αυτή όμως ανάγκη και τάση του ανθρώπου, γιατί συμβαίνει ;
Ίσως, θα μπορούσε να πει κάποιος, πως όλα αυτά, είναι μικρά επεισόδια στη γενικότερη αναμονή του θανάτου που ορίζει όλη τη ζωή. Ναι, όμως, θα έλεγε κάποιος άλλος, δεν περιμένουμε με εγκαρτέρηση το θάνατο. Ποτέ δεν ξέρεις, θα έλεγε στο σημείο αυτό ένας τρίτος. Όπως και να'χει, η συζήτηση αυτή είναι ατέρμονη δεδομένου πως ο καθένας θα μπορούσε να δικαιολογήσει διαφορετικά για τον εαυτό του τη στάση του απέναντι στον χρόνο και τα ορόσημά του. Το χρήσιμο συμπέρασμα είναι, πως το άτομο ζει για να περιμένει. Να βρίσκει ευκαιρίες για ανάσες ακόμα κι αν δεν τις χρειάζεται. Ασφαλώς, αυτός που δεν τις χρειάζεται δεν τις αξιοποιεί κατάλληλα, όμως ακόμα κι αυτός, ζει αναμένοντας.
Τα κρύα βράδια του χειμώνα φαίνεται πως πέρασαν. Ο αθηναϊκός καιρός δεν ξέρουμε τι επιφυλάσσει ακόμα από εκπλήξεις. Χορτάσαμε σκαμπανεβάσματα. Καθώς φαίνεται πάντως, οι γλυκιές νύχτες έφτασαν. Τα ανοιξιάτικα βράδια που ακόμα κι ο πιο αρνητικός άνθρωπος δεν μπορεί να αρνηθεί πως είναι ειδυλλιακά. Είτε στην πόλη είτε στην επαρχία. Στην πόλη ίσως να έχουν και παραπάνω αξία, γιατί είναι στοιχεία που χορεύουν κι αυτά μαζί με την αναμονή που προαναφέρθηκε.
Το καλοκαίρι θα είναι μακρύ και κατά πάσα πιθανότητα βάρβαρο και κουραστικό για όσους μείνουν πίσω και φυλάνε Θερμοπύλες στα πανεπιστήμια της σήψης και της ντροπής, μιας χώρας που εκ των έσω επέλεξε να χάσει κάθε ιδιαιτερότητα και κάθε ταυτότητα στο βωμό μιας μονομορφοποιητικής λαγνείας. Ας φυλάξουν αυτές τις έρμες Θερμοπύλες όσοι μπορούν και όσοι θέλουν. Οι υπόλοιποι θα καταναλώσουν λίγο παραπάνω αέρα από τον ήδη λίγο και μολυσμένο του λεκανοπεδίου. Και μεταξύ μας, δε θα ήθελα κανείς να μου κλέψει τον μολυσμένο μου αέρα. Είναι μια επιλογή που οφείλει ο καθένας να κάνει. Αν θα σταθεί στο "μολυσμένος" ή στο "δικός μου".


Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Πλάτων, Ευθύφρων

Τι είναι ευσεβές και τι ασεβές ; Τι είναι η ευσέβεια και τι ασέβεια γενικότερα ;  Ζήτημα φαινομενικά απλό, συνάμα σύνθετο όπως έρχεται να μας δείξει ο Πλάτωνας καταγράφοντας τα λόγια του πατέρα της σκέψης, Σωκράτη. Μια ωραία μέρα ο Σωκράτης καθήμενος στη Βασίλειον Στοά, όπου έδρευε η υπηρεσία προανάκρισης για ζητήματα ασέβειας, λίγο καιρό αφού του αποδόθηκε η κατηγορία για διαφθορά των νέων, συναντά τον Ευθύφρονα, οιωνοσκόπο και σοφό, που έσπευδε να καταθέσει μήνυση κατά του ίδιου του του πατέρα, για τη δολοφονία ενός δούλου.
Ο Σωκράτης αδράττει την ευκαιρία, αφού μαθαίνει τους σκοπούς του Ευθύφρονα, να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις του, για να επωφεληθεί αποσαφηνίζοντας τι εστί ασέβεια και τι ευσέβεια. Ο Ευθύφρων, πρόσχαρος τίθεται στη διάθεση του σοφού γέροντα, πρόθυμος να τον βοηθήσει. Αναλαμβάνει λοιπόν, το δύσκολο έργο της συνομιλίας με τον πατέρας της μαιευτικής και τον μεγαλύτερο μάγο των επιχειρημάτων. Η πρώτη του θέση, καταρρίπτεται μέσω της σωκρατικής αμφισβήτησης, που χρωματίζεται από μια απαράμιλλη ειρωνεία που τσακίζει κόκαλα. Ο μάντης προοδευτικά αλλάζει 5 φορές την τοποθέτηση του πάνω στον απόλυτο ορισμό της ευσέβειας ώσπου παραιτείται τελικά προφασιζόμενος ότι έχει κάποια δουλειά.
Η πρόοδος της συζήτησης αποδεικνύει πολλά πράγματα. Αρχικά, όσον αφορά με την ιδιοσυγκρασία των ομιλητών, έχουμε από τη μια πλευρά τον γνωστό σε όλους Σωκράτη, με όλα τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της διάνοιάς του. Ειρωνεία, παρεκβάσεις, παραδοξότητες, αρκετές επαναλήψεις στο λόγο του, με σκοπό την εμπέδωση. Παραδείγματα απτά, και προσπάθεια να οδηγήσει τον ομιλητή του στα μέτρα του, σαν άλλος Προκρούστης, ενώ συνάμα να τον υποχρεώσει να φτάσει σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες με την αρχική του. Στον παρόντα διάλογο, δε θα μπορούσαμε να πούμε πως τον οδηγεί σε αντίθετη διατύπωση, μιας και ο διάλογος λήγει άδοξα, παρόλ'αυτά βλέπουμε πως ο μεγάλος φιλόσοφος, χειραγωγεί τη σκέψη του έτερου σοφού Ευθύφρονα. Από την άλλη πλευρά, ο μάντης φαίνεται να είναι βέβαιος για το ζήτημα της ευσέβειας, κρίση που τελικά καταρρίπτεται. Σε αρκετά σημεία, θα μπορούσαμε να πούμε (πάντα με γνώμονα το αρχαίο κείμενο) πως ο μάντης απλώς υπάρχει σαν φυσική παρουσία στο διάλογο, δεχόμενος σχεδόν δουλικά τις κρίσεις του Σωκράτη. Όποτε εκφέρει άποψη, ενισχύει τη ρήση του τελευταίου, ή ζητά περισσότερες διευκρινίσεις. Με ασφάλεια θα λέγαμε πως σε αρκετά σημεία του διαλόγου, ο Σωκράτης φαίνεται να κρατά με τη βία το ενδιαφέρον του συνομιλητή του, που σαστισμένος πια, έχει χάσει την όρεξη να συνδιαλλαχτεί αυτό το τέρας ορισμού και σοφίας.
Παράλληλα, οι απόψεις που εκτίθενται στο εύρος του διαλόγου σηματοδοτούν και τη στάση του καθενός από τους ομιλητές απέναντι στο προς πραγμάτευση ζήτημα. Ο Ευθύφρων εκπροσωπεί μια παραδοσιακή αντίληψη για την ευσέβεια, οριοθετώντας την στο politically correct, μπερδεύοντας την ηθική, με την θρησκευτική λατρεία, μέσα σε ένα πλαίσιο δικαιοσύνης. Ο Σωκράτης, δεν μπορεί να ανεχτεί αυτή τη γενίκευση, και για το λόγο αυτό πυροδοτεί μια σειρά από ερωτήματα για να αποσαφηνίσει τελικά την έννοια της ευσέβειας. Αυτός με τη σειρά του, εκπροσωπεί τη νεωτεριστική αντίληψη περί γνώσης σε πρώτη φάση, θέλοντας διακαώς να ορίσει, και σε δεύτερο πλάνο επιδιώκει να φωτίσει τη νέα τάση που ανάγει το θείο στην σφαίρα του αγαθού. Επίκαιρη τοποθέτηση του, μιας και όπως προαναφέρθηκε, ο διάλογος αυτός πραγματοποιήθηκε την περίοδο της δίωξής του. Σχετικά με τη μακροσκοπική στάση απέναντι στο θείο, δε θα μπορούσαμε να βρούμε διαφορές ανάμεσα στους δύο ομιλητές. Τόσο ο Σωκράτης όσο και ο Ευθύφρων, φαίνεται στα λόγια τους να θεωρούν το Δία και τους λοιπούς, ως τη νομοτελειακή αρχή. Ενδεχομένως φυσικά, η αναφορά στα θεία από το Σωκράτη, να γίνεται προς όφελος της συζήτησης, όμως δε θα μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι σε μια τέτοια θέση, μιας και ο φιλόσοφος παρά τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν, έδειχνε να αποδέχεται την καθεστηκυία κατάσταση τόσο νομοθετικά όσο και θρησκευτικά.
Ένα ζήτημα επίσης που μπορεί να μας απασχολήσει στα πλαίσια αυτού του πολύ σύντομου σχολιασμού, επιλογικά, είναι το ζήτημα του κατά πόσον ο διάλογος αυτός μπορεί να θεωρηθεί πλήρης. Σίγουρα σε μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε κανείς να κρίνει πως ο διάλογος δεν πετυχαίνει τους στόχους του, και πως διακόπτεται πολύ απότομα. Το γεγονός της έκτασής του και του σκηνοθετικού του πλαισίου, βέβαια, δε θα έπρεπε να λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στην εκφορά μιας κριτικής που τον καθιστά ελάσσονα ή ανίκανο να πετύχει το σκοπό του. Η σκηνοθεσία άλλωστε επιλέγεται από τον Πλάτωνα, που έντεχνα αποφασίζει να μεταφέρει τα λεγόμενα του δασκάλου του, όσο το δυνατόν πληρέστερα έχοντας κατά νου και την αισθητική λειτουργία. Δύο σημεία θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψιν. Πρώτο είναι αυτό, στο οποίο τελικά ο Σωκράτης διαμορφώνει ένα προσχέδιο του ορισμού της ευσέβειας. Σύμφωνα με αυτό η ευσέβεια είναι μια εμπορική πράξη, στην οποία τελικά διαμορφώνεται το δίπολο δούναι και λαβείν. Ο μόνος ευεργετημένος είναι ο άνθρωπος, καθώς οι προσφορές του στους θεούς, λίγο ωφελούν τους τέλειους και ολοκληρωμένους κατοίκους του Ολύμπου. Μια εμπορική συναλλαγή λοιπόν. Δεύτερο σημείο που πρέπει να σταθεί κανείς είναι η ξαφνική αποχώρηση του μάντη. Άραγε κουράστηκε από τον φλύαρο πλην ευφυή Σωκράτη ή πείστηκε για τη διαφορά του ευσεβούς και του θεοφιλούς και αποφάσισε να αποσύρει τη μήνυση προς τον πατέρα του ;
Εφόσον, σκεφθούμε καλύτερα τα δύο αυτά σημεία, μπορούμε κάλλιστα να απορρίψουμε κάθε θέση που υποστηρίζει πως ο διάλογος είναι ημιτελής ή χωρίς χρηστική φύση, αφού δεν βρίσκει το τέλος του. Ο Πλάτων, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του, και φροντίζει να λάβουμε τα λόγια του Σωκράτη πιστά μεν, με δικούς του χρωματισμούς και εξωραϊσμούς δε. Ο διάλογος με τον Ευθύφρονα, φωτίζει πλευρές του μεγάλου διανοητή, και φανερώνει με απλό και καθημερινό σχεδόν τρόπο, το πόσο φυσικό ήταν για τον Σωκράτη να εξασκεί τη σοφία του, αρπάζοντας κάθε ευκαιρία που εμφανιζόταν στο διάβα του.

ΥΓ. Το κείμενο Πλάτωνος Ευθύφρων μπορεί κανείς να το διαβάσει από πρωτότυπο και μετάφραση στον παρακάτω σύνδεσμο: http://mikrosapoplous.gr/plato/euthyphron/1.html

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Fatigué

Τα άτομα που συναναστρεφόμαστε σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν και το κατά περίσταση iq μας. Το iq κυμαίνεται και αυξομειώνεται ανάλογα με την ψυχολογική κατάσταση, την ώρα της ημέρας, την σωματική κούραση και άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν -κατά βάση- ανασταλτικά. Μια λογική σκέψη επομένως είναι πως μέσα σε αυτά που μπορούν να επηρεάσουν την νοημοσύνη μας είναι και η παρέα μας. Προσωρινά και παροδικά, εννοείται, αλλά όπως και να'χει την επηρεάζουν.
Η παρέα, ορίζεται εδώ ως κάτι το γενικευμένο. Ως η συντροφιά ας πούμε, επομένως δεν περιορίζεται μόνο σε φίλους, γνωστούς ή απλώς σε συνδαιτυμόνες και λοιπούς παριστάμενους. Ο κοινωνικός περίγυρος για να είμαστε και πολιτικά ορθοί, θα λέγαμε. Ο συγχρωτισμός με πρόσωπα μπορεί να φέρει προφανώς θετικά και αρνητικά αποτελέσματα στη διαμόρφωση του "κατά περίσταση" iq. Παρόλ'αυτά, η εντύπωση μου είναι πως μόνο την κατιούσα μπορεί να πάρει ο δείκτης νοημοσύνης. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, επιδιώκει να συναναστρέφεται άτομα αντίστοιχης νοημοσύνης ή ανώτερης. Ωστόσο η ζωή τον υποχρεώνει να συγχρωτίζεται με μονάδες που απέχουν συντριπτικά από το iq του. Η διάσταση ανάμεσα στους εγκεφάλους τους, αποβαίνει μοιραία για το κατά περίσταση iq, μιας και ο σκεπτόμενος ανώτερος, μπαίνει στη διαδικασία να καθοδηγηθεί η σκέψη του από κάποιον εξαιρετικά κατώτερό του. Παράλληλα, αν και έχει το δικαίωμα να μπει αυτός σε θέση οδηγού, δεν το κάνει, μιας και σε περίπτωση που πράξει κάτι τέτοιο η συνεννόηση καθίσταται αυτόματα εξαιρετικά δύσκολη.
Αναφέρθηκα παραπάνω, σε αυτόν που επιδιώκει να συναναστρέφεται άτομα αντίστοιχης νοημοσύνης ή ανώτερης. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος που πραγματικά σέβεται τον εαυτό του, επιλέγει το να μένει μόνος. Δεν είναι εγωιστική στάση, ούτε αποστασιοποίηση. Είναι η μεγαλύτερη ένδειξη ανθρωπισμού. Ο έξυπνος άνθρωπος διαδραματίζει δύο ρόλους. Ο πρώτος είναι ο σάκος της πυγμαχίας. Βάλλεται από τον άμεσο περίγυρό του, ως κατά φαντασίαν ανώτερος, και σαν μια ένδειξη άμυνας, οι υπόλοιποι του επιτίθενται για να χρυσώσουν το χάπι της κατώτερης τους ύπαρξης. Ο δεύτερος είναι ο ρόλος του καλλιεργητή του κόμπλεξ κατωτερότητας. Χωρίς να το θέλει, οι κινήσεις του και τα λεγόμενά του είναι τέτοια, που οι συνομιλητές του, μη ευρισκόμενοι σε θέση να τα αντιληφθούν υιοθετούν το όπλο της ειρωνείας για να λοιδορήσουν την ενδεχομένως ανώτερη φύση του αναφερόμενου.
Στην πρώτη περίπτωση, αυτοί που επιτίθενται στο σάκο του μποξ, έπειτα νιώθουν τύψεις και κατηγορούν τον εαυτό τους γι'αυτή τους τη μικροπρέπεια. Στη δεύτερη περίπτωση, το κόμπλεξ αυτό μπορεί να τους οδηγήσει σε βαθιές και θλιβερές σκέψεις σε σημείο που να μη νιώθουν άνετα με τον εαυτό τους σε υπερθετικό βαθμό. Έτσι, λοιπόν, ο σκεπτόμενος άνθρωπος οφείλει να αποτραβηχτεί. Να μείνει μόνος και να συνεχίσει να πλάθει τη ζύμη της ύπαρξής του, και την εκμετάλλευση της νοημοσύνης του, χωρίς να χαραμίζεται σε μικρότητες και να θέτει τον εαυτό του ως ανδρείκελο στις ορέξεις τρίτων.