Ομολογουμένως μεγάλη εντύπωση προκαλεί το γεγονός της παραμέλησης. Όταν συμβεί σε κάποιον έχει τη δύναμη να κινητοποιήσει μια σειρά από αντιδράσεις που διακυμαίνονται. Η καμπύλη της διακύμανσης, φτάνει από τα επίπεδα της αδιαφορίας, στα επίπεδα της δυσφορίας και της υπερβολικής ενόχλησης. Σαφώς και ένας ευαίσθητος χαρακτήρας δεν μπορεί, παρά να υποκύψει στην χίμαιρα αυτή συνήθως θέτοντας τον εαυτό του στο στόχαστρο, θεωρώντας πως αυτός προκάλεσε αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Είτε αδύναμος είτε δυναμικός όμως, ο άνθρωπος δέχεται το φαινόμενο αυτό από την αγέλη στην οποία εντάσσεται από τα γενοφάσκια του με αποτέλεσμα η παραμέληση να τείνει να εξετάζεται ως ένα ανθρωπολογικό φαινόμενο.
Σίγουρα κάποιος θα ενέτασσε το φαινόμενο αυτό στις άμεσες συνέπειες της τυποποίησης του βίου και της ολοένα και αυξανόμενης επιτάχυνσης της καθημερινότητας. Δε θα βρεθεί επιχείρημα πειστικό αρκετά για να αντικρούσει τη θέση αυτή, ωστόσο ο άνθρωπος πρόκειται για ένα ον εξαιρετικά προσαρμοστικό. Η καραμέλα της καθημερινότητας και της εκβιομηχάνισης πρέπει οπωσδήποτε να τεθεί κατά μέρους, μιας και μετά από έναν αιώνα βαριάς βιομηχανίας και ατέρμονης περιοδικότητας μιας καθημερινότητας ηλεκτρισμένης, είναι τουλάχιστον ανασφαλές να αποδίδουμε τα πάντα στους "αυξανόμενους ρυθμούς της ζωής". Κάθε φορά που κάποιος αποδίδει ένα φαινόμενο σε αυτή την αιτία, μία ακόμα ελπίδα πεθαίνει γα την ανθρωπότητα και το μέλλον της. Θεωρούσα πως ήταν αμιγώς ελληνικό γνώρισμα αλλά τελικά είναι οικουμενικό. Ο άνθρωπος επιδιώκει να βάλλεται και να καταπιάνεται με πράγματα που είτε θα βυθίζονται στην κοινοτοπία είτε θα προκαλούν εξαιρετικές αντιδράσεις.
Πίσω στο θέμα μας. Η παραμέληση ευθύνεται για την αυτενέργεια. Και για να μην χρησιμοποιώ το ρήμα "ευθύνομαι" το οποίο συνηθίζεται να έχει βαρομετρική σημασία στον τυποποιημένο δημοσιογραφικό λόγο, θα επιχειρήσω να το πω αλλιώτικα. Η παραμέληση ενεργοποιεί το αισθητήριο της δημιουργικότητας. Μιας δημιουργικότητας που έχει πρωτεϊκές ιδιότητες και συνήθως -λέω, συνήθως- επιτυγχάνει. Το υποκείμενο που τη δέχεται συνήθως μετά από την πάροδο λίγων λεπτών παύει να νιώθει άσχημα και οργανώνει το πλάνο δράσης για να καλυφτεί το κενό της επικοινωνίας ή της μέριμνας, που δημιουργεί ο δήμιος και ο έχων τον ενεργητικό ρόλο στην πρόκληση παραμέλησης. Το πλάνο δράσης αυτό, αν το προσεγγίσει κανείς κοιτώντας κάτω από τις λέξεις/πράξεις, συνειδητοποιεί πως πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης. Ο παθών, για να αναπληρώσει το κενό, σκαρφίζεται μύριους τρόπους για την παραγωγή ενός έργου που όχι απλά θα συμπληρώσει την τρύπα που δημιούργησε η παραμέληση, αλλά θα υπερκαλύψει και θα τσιμεντώσει για πάντα το έλλειμμα.
Η εκδίκηση μέσα σε όλο αυτό βρίσκεται στην χειραφέτηση. Και η χειραφέτηση είναι μια διαδικασία δυναμική η οποία δεν περιορίζεται στα στενά -και στενόμυαλα- όρια του απογαλακτισμού από τη μητέρα, έπειτα από την οικογένεια και τέλος από τον οίκο -χωρίς τα γέν(ε)ια. Η χειραφέτηση πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία λοιπόν, που αφορά τη ζωή στην ολότητά της. Το βίο, θα λέγαμε αλλιώς μια και ως λέξη φαίνεται να βλέπει τα πράγματα από απόσταση, σε αντίθεση με τη ζωή που το σημασιολογικό της βάρος -τουλάχιστον για μένα- αφορά κάτι το ενεργητικό και εκτυλισσόμενο. Όσο προχωράει κανείς στο βίο του πρέπει να ξεπερνά κάπου-κάπου τους σκοπέλους της χειραφέτησης. Να προσπαθεί προοδευτικά (επομένως εξελικτικά) να αποβάλλει την "ανάγκη" που εκπληρώνεται από τη βοήθεια του συνόλου, και να περάσει στην "ανάγκη" της εκπλήρωσης των ατομικών θέλω.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν άλλον έναν παροξυσμό αντικοινωνικότητας ή διαστροφής κατά του κοινωνικού βίου. Είναι ίσως μια καλύτερη άποψη (όπως λέμε, άποψις Αθηνών) της μισανθρωπίας, σε αντιδιαστολή με τον ορισμό που δίνει ο κ. Πελεγρίνης στο πρόσφατο άρθρο του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Η μισάνθρωπη στάση, αγαπάει την κτίση. Δεν αγαπάει τα κτιστά όντα. Βάζει τον Ακινάτη σε θέση διαβόλου όταν καλεί τον άνθρωπο των Μέσων χρόνων να αγαπήσει τα κτιστά. Η τέχνη, τα ήθη και όλα αυτά που φέρονται στο άρθρο του Πελεγρίνη να μπαίνουν στον ανεμοστρόβιλο καταστροφής του μισάνθρωπου, αποτελούν οργανικά σημεία της πλάσης. Ο μισάνθρωπος τα αγαπάει, απλά τα αναγνωρίζει μόνο εφόσον τα γεύεται μόνο αυτός.
Άλλωστε τι είναι η τέχνη ; Ένα τμήμα του κτιστού που ο καθένας μας θέλει να ερμηνεύει αποκλειστικά βάσει του εαυτού του, και σε τελική ανάλυση με την κίνησή του αυτή, θέλει να το αποκτήσει. Το σύνδρομο του Διογένη θα μπορούσε να το ονομάσει κανείς αυτό. Που κοίταζε τον ήλιο ολημερίς. Όσες υποθέσεις και να γίνουν, ο Διογένης θεωρούσε πως ο ήλιος του ανήκει. Δεν μπορώ να το στηρίξω κάπου, όμως είμαι σίγουρος.
Σίγουρα κάποιος θα ενέτασσε το φαινόμενο αυτό στις άμεσες συνέπειες της τυποποίησης του βίου και της ολοένα και αυξανόμενης επιτάχυνσης της καθημερινότητας. Δε θα βρεθεί επιχείρημα πειστικό αρκετά για να αντικρούσει τη θέση αυτή, ωστόσο ο άνθρωπος πρόκειται για ένα ον εξαιρετικά προσαρμοστικό. Η καραμέλα της καθημερινότητας και της εκβιομηχάνισης πρέπει οπωσδήποτε να τεθεί κατά μέρους, μιας και μετά από έναν αιώνα βαριάς βιομηχανίας και ατέρμονης περιοδικότητας μιας καθημερινότητας ηλεκτρισμένης, είναι τουλάχιστον ανασφαλές να αποδίδουμε τα πάντα στους "αυξανόμενους ρυθμούς της ζωής". Κάθε φορά που κάποιος αποδίδει ένα φαινόμενο σε αυτή την αιτία, μία ακόμα ελπίδα πεθαίνει γα την ανθρωπότητα και το μέλλον της. Θεωρούσα πως ήταν αμιγώς ελληνικό γνώρισμα αλλά τελικά είναι οικουμενικό. Ο άνθρωπος επιδιώκει να βάλλεται και να καταπιάνεται με πράγματα που είτε θα βυθίζονται στην κοινοτοπία είτε θα προκαλούν εξαιρετικές αντιδράσεις.
Πίσω στο θέμα μας. Η παραμέληση ευθύνεται για την αυτενέργεια. Και για να μην χρησιμοποιώ το ρήμα "ευθύνομαι" το οποίο συνηθίζεται να έχει βαρομετρική σημασία στον τυποποιημένο δημοσιογραφικό λόγο, θα επιχειρήσω να το πω αλλιώτικα. Η παραμέληση ενεργοποιεί το αισθητήριο της δημιουργικότητας. Μιας δημιουργικότητας που έχει πρωτεϊκές ιδιότητες και συνήθως -λέω, συνήθως- επιτυγχάνει. Το υποκείμενο που τη δέχεται συνήθως μετά από την πάροδο λίγων λεπτών παύει να νιώθει άσχημα και οργανώνει το πλάνο δράσης για να καλυφτεί το κενό της επικοινωνίας ή της μέριμνας, που δημιουργεί ο δήμιος και ο έχων τον ενεργητικό ρόλο στην πρόκληση παραμέλησης. Το πλάνο δράσης αυτό, αν το προσεγγίσει κανείς κοιτώντας κάτω από τις λέξεις/πράξεις, συνειδητοποιεί πως πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης. Ο παθών, για να αναπληρώσει το κενό, σκαρφίζεται μύριους τρόπους για την παραγωγή ενός έργου που όχι απλά θα συμπληρώσει την τρύπα που δημιούργησε η παραμέληση, αλλά θα υπερκαλύψει και θα τσιμεντώσει για πάντα το έλλειμμα.
Η εκδίκηση μέσα σε όλο αυτό βρίσκεται στην χειραφέτηση. Και η χειραφέτηση είναι μια διαδικασία δυναμική η οποία δεν περιορίζεται στα στενά -και στενόμυαλα- όρια του απογαλακτισμού από τη μητέρα, έπειτα από την οικογένεια και τέλος από τον οίκο -χωρίς τα γέν(ε)ια. Η χειραφέτηση πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία λοιπόν, που αφορά τη ζωή στην ολότητά της. Το βίο, θα λέγαμε αλλιώς μια και ως λέξη φαίνεται να βλέπει τα πράγματα από απόσταση, σε αντίθεση με τη ζωή που το σημασιολογικό της βάρος -τουλάχιστον για μένα- αφορά κάτι το ενεργητικό και εκτυλισσόμενο. Όσο προχωράει κανείς στο βίο του πρέπει να ξεπερνά κάπου-κάπου τους σκοπέλους της χειραφέτησης. Να προσπαθεί προοδευτικά (επομένως εξελικτικά) να αποβάλλει την "ανάγκη" που εκπληρώνεται από τη βοήθεια του συνόλου, και να περάσει στην "ανάγκη" της εκπλήρωσης των ατομικών θέλω.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν άλλον έναν παροξυσμό αντικοινωνικότητας ή διαστροφής κατά του κοινωνικού βίου. Είναι ίσως μια καλύτερη άποψη (όπως λέμε, άποψις Αθηνών) της μισανθρωπίας, σε αντιδιαστολή με τον ορισμό που δίνει ο κ. Πελεγρίνης στο πρόσφατο άρθρο του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Η μισάνθρωπη στάση, αγαπάει την κτίση. Δεν αγαπάει τα κτιστά όντα. Βάζει τον Ακινάτη σε θέση διαβόλου όταν καλεί τον άνθρωπο των Μέσων χρόνων να αγαπήσει τα κτιστά. Η τέχνη, τα ήθη και όλα αυτά που φέρονται στο άρθρο του Πελεγρίνη να μπαίνουν στον ανεμοστρόβιλο καταστροφής του μισάνθρωπου, αποτελούν οργανικά σημεία της πλάσης. Ο μισάνθρωπος τα αγαπάει, απλά τα αναγνωρίζει μόνο εφόσον τα γεύεται μόνο αυτός.
Άλλωστε τι είναι η τέχνη ; Ένα τμήμα του κτιστού που ο καθένας μας θέλει να ερμηνεύει αποκλειστικά βάσει του εαυτού του, και σε τελική ανάλυση με την κίνησή του αυτή, θέλει να το αποκτήσει. Το σύνδρομο του Διογένη θα μπορούσε να το ονομάσει κανείς αυτό. Που κοίταζε τον ήλιο ολημερίς. Όσες υποθέσεις και να γίνουν, ο Διογένης θεωρούσε πως ο ήλιος του ανήκει. Δεν μπορώ να το στηρίξω κάπου, όμως είμαι σίγουρος.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου