Τετάρτη 26 Φεβρουαρίου 2014

Για λέγε

Πόσο φρικτό το να υπάρχεις για λίγο. Όλοι αυτοί οι γεννημένοι από άντρες και γυναίκες, μάγους της συγγραφής. Υπήρξαν. Για λίγο. Γεννήθηκαν άλλοι ήδη μεγάλοι, άλλοι μικροί, άλλοι αναφέρονται ως νεκροί. Άρα έζησαν κι αυτοί. Για λίγο. Τελειώνουν οι σελίδες του βιβλίου, κλείνει το οπισθόφυλλο, τοποθετείται στη βιβλιοθήκη, στο γραφείο, στο ντουλάπι. Κοιμούνται οι ήρωες. Μέχρι να ξυπνήσουν. Να υπάρξουν για άλλο λίγο και μετά ξανά να κοιμηθούν. Να πεθάνουν ; Ποτέ. Ακόμα κι όλα τα αντίτυπα να καούν, αυτοί υπήρξαν και κατέλαβαν το μερτικό τους στην ύλη. Και η ύλη ανήκει στους ex nihio nihil  όρους Δε δημιουργείται από το μηδέν και δεν φτάνει ποτέ σε αυτό.

Τα τείχη της πόλης δεν υπάρχουν πλέον. Είσαι "ελεύθερος" να πας οπουδήποτε. Κι όμως τα αθηναϊκά τείχη δεν υπήρξαν ποτέ πιο ερμητικά κλειστά. Κλείνουν μέσα τα πάθη και τις εμμονές εκατομμυρίων ατόμων που πλέον χωρίζονται με βάση το αν είναι νομοταγείς ή όχι. Ένας νόμος, τύραννος. Και παγωμένα μυαλά, γεμάτα βρύα και λειχήνες που χρησιμοποιούν το χαρτί για κάθε πιθανή ανθρώπινη χρήση, εκτός από το να γράψουν ή να διαβάσουν.

ΥΓ. Βγήκε ο κουτσός. Έρχεται ο γδάρτης. 

Σάββατο 22 Φεβρουαρίου 2014

Ηρακλής

Δεν κατάλαβα ποτέ την φράση "είσαι ο,τι τρως". Αν τρώω καροτάκια δηλαδή είμαι κουνέλι ; Ή είμαι καροτάκι ; Ή είμαι ένας συντηρητικός χορτοφάγος που ενδιαφέρεται για το καλοκαιρινό του μαύρισμα ; Ή έχω φάει το παραμύθι πως είναι αντικαρκινικά ; Δεν ξέρω. Η παραφιλολογία και ο αστικός μύθος είναι τεράστιες δυνάμεις που κινούν την ανθρωπότητα και την εγκλωβίζουν σε δοξασίες με εξαιρετικό ενδιαφέρον μεν, με απωθητική ανακρίβεια δε.
Όσο λοιπόν, το τι τρως και το τι πίνεις καθορίζουν τη ζωή σου, άλλο τόσο σε μακρά ανάλυση, όλο αυτό το σύνολο παραστάσεων και φωτογραφιών που ονομάζεται ζωή, καθορίζεται από τις επιλογές σου. Πεποίθηση κοινή, σχεδόν αυτονόητη που όμως λόγω της κοινοτοπίας αυτής παραβλέπεται από πολλούς, που καταλήγουν να θεωρούν πως η ζωή είναι το αποτέλεσμα νοητικών πράξεων και όχι ενεργειών (π.χ. αυτοί που θέτουν την Πίστη ως την κινητήρια δύναμη). Η αλήθεια δεν υπάρχει, είναι σχετική και έωλη, επομένως το να θίξουμε το ποιος έχει δίκιο είναι τουλάχιστον επικίνδυνο για την εγκυρότητα της ανάρτησης. (Όσο έγκυρο μπορεί να είναι κάτι που γράφεται από κάποιον που δεν παραπέμπει πουθενά για τη σκέψη του και τα γραφόμενά του.)
Οι επιλογές λοιπόν, καθορίζουν τη ζωή. Ο όρος "επιλογή" είναι περίεργος και προβληματικός. Αυτό προκύπτει από το γεγονός πως η έννοια αυτή είναι διττή. Μπορούμε να εννοιοδοτήσουμε την επιλογή με την αυτόνομη βούληση. Το επιλέγειν ενεργητικά δηλαδή. Η με άλλα λόγια όταν το υποκείμενο μπροστά από μια σωρεία αντικειμένων επιλέγει ένα ή κάποια. Από την άλλη βέβαια, έχουμε και την επιλογή η οποία δε γίνεται με πλήρη συνείδηση. Όταν για παράδειγμα έχουμε ένα κουτί με γλυκά διαφορετικών σχημάτων και μεγεθών, αν αυτός που μας τρατάρει δε γνωρίζει τη γέμιση του καθενός τότε επιστρατεύοντας την τύχη επιλέγουμε ένα από αυτά. Μια παθητική επιλογή, η οποία προκύπτει από την άγνοια.
Οι πρώτες επιλογές, οι ενεργητικές όπως τις ονομάζουμε, καθορίζουν κατά μεγάλο μέρος τη ζωή μας. Λειτουργούν σαν διχαλωτά δρομάκια που οδηγούν όλα στο ίδιο αποτέλεσμα (θάνατος), όμως η πορεία προς αυτόν και οι εμπειρίες του κάθε δρόμου είναι διαφορετικές. Ανάλογα λοιπόν, με τις επιλογές που κάνει το υποκείμενο, πλάθει και διαφορετικό δρόμο στην ανηφορική αυτή πορεία της ζωής. Οι δεύτερες επιλογές, ή παθητικές, στηρίζονται στο ίδιο μοτίβο, είναι όμως διχάλες ή τρίστρατα που το υποκείμενο μην ξέροντας ποια πορεία να επιλέξει, επιστρατεύει στην τύχη του και πορεύεται. Τις περισσότερες φορές αυτή την τυχαία επιλογή την ερμηνεύει μέσω της λογικής, όμως όπως έχουμε ξαναπεί και παλαιότερα, η λογική είναι κάτι συμβατικό και κατά περίσταση. Είναι το placebo της ελεύθερης βούλησης, καθώς υποτάσσεται σχεδόν πάντα στα κοινωνικά δέοντα. Όπως και να'χει, και στις δύο περιπτώσεις επιλογών το αποτέλεσμα είναι κοινό. Η ζωή καθορίζεται τόσο από ενεργητικές όσο κι από παθητικές επιλογές, επομένως εδώ διακρίνουμε καθαρά πως το "είσαι ο,τι τρως" δεν ισχύει απαραίτητα. Εννοείται πως "είμαστε ο,τι τρώμε", αλλά πολλές φορές, "είμαστε και ο,τι μας σερβίρουν". Κι αν πεινάς, θα φας και αυτό που σου σερβίρουν είτε σου αρέσει είτε όχι.

Ζούμε στο σύμπαν της συγκυρίας και της αλυσιδωτής αντίδρασης. Αν οι επιλογές μας καθόριζαν στο ακέραιο την ύπαρξη, τότε δε θα υπολογίζαμε σε καμία περίπτωση το κόστος και θα προβαίναμε πάντα στο "θέλω" μας. Τα γκέμια της καταπίεσης της αγελαίας ζωής όμως, πάντα θα μας κρατάνε πίσω. Σαν επιμύθιο δεν ξέρω αν πρέπει να δώσω κάτι θετικό ή κάτι αρνητικό. Κάτι αδιάφορο ίσως θα ταίριαζε περισσότερο. Άλλωστε το κάθε υποκείμενο διαθέτει κι άλλα χαρίσματα, όπως για παράδειγμα τόλμη/θάρρος, πέρα από τη λογική. Οι τολμηροί προβαίνουν σε επιλογές. Οι συντηρητικοί περιμένουν τις επιλογές, σε μορφή εξελίξεων. Ποιος έχει δίκιο ; Το δείχνει η Ιστορία.

ΥΓ. Ας είναι. 

Παρασκευή 21 Φεβρουαρίου 2014

Πλάι στο πριν

Κοίταξε κάτω. Το banana syndrom δεν τον ενόχλησε να διακρίνει βάθος, αλλά δεν τρόμαξε. Ο άνθρωπος είναι θεριό όταν πρόκειται να κάνει ανοησία. Αποκτά αντανακλαστικά γάτας και αφέλεια ανώριμου σκύλου που για πρώτη φορά αντικρίζει το είδωλό του στον καθρέφτη. Βλέποντας τον πάτο συνειδητοποίησε πως δεν ήταν ούτε αρκετά ψηλά, ούτε αρκετά χαμηλά. Κοίταξε ευθεία. Τα φώτα της πόλης έκαιγαν. Νύχτα και η σιγή διακόπτεται μόνο από διερχόμενα αυτοκίνητα, γρύλους και λεπτούς ήχους από τα φύλλα μιας λεύκας που δήλωνε την παρουσία της.
"Πουτάνα Αθήνα" σκέφτηκε "πόσο σε αγαπώ δε θα το μάθεις. Μακάρι να έσωνα να στο δείξω παραπάνω. Θα σε έτρωγα. Με έφαγες". Κι έτσι ήταν. Η ζωή του όλη, η διαδρομή ενός φύλλου απ'άκρη σ'άκρη σε αυτή την χαοτική πόλη. Ένα φύλλο ασήμαντο που σαπίζει, ποδοπατάται και σκορπάει. Ένα φύλλο όμως που τροφοδότησε το περιβάλλον του με οξυγόνο και παραστάσεις. Χιλιάδες πρόσωπα, φιλικά ή εχθρικά. Κυρίως όμως αδιάφορα. Το μεγάλο του παράπονο να μην μπορέσει ποτέ να βάψει άλλο χρώμα την πόλη του.
Κι ενώ τα σκεφτόταν αυτά κοιτώντας πάντα τον ορίζοντα ψυχρά και αποφασιστικά, φαντάστηκε την πλάση με χρώμα. Με παραστάσεις γεωμετρικές και ακανόνιστες, πληθώρα αποχρώσεων και κάθε είδους καλλιτεχνικές εκδηλώσεις να κατακλύζουν την πόλη του. Οι πολίτες να αποκτούν ενδιαφέροντα και να ξεβουρκώνουν από την καθημερινότητά τους. Είδε ζώα να κυκλοφορούν ελεύθερα, καθαριότητα, τάξη και οργάνωση. Είδε χαμόγελα, έρωτα και ανιδιοτέλεια. Θερμές χειραψίες, ζουμερά παθιασμένα φιλιά σαν αυτά που έδινε αλλά δε λάμβανε, και τον βράχο να φωτοβολεί το φως της αθανασίας. Οι αρρώστιες, η πείνα, η δυστυχία πέταξαν. Και ένα πουλί στάθηκε στο κοντινότερο πολύχρωμο δέντρο τιτιβίζοντας τον σκοπό της αγάπης.
Τα μάτια του άρχισαν να πέφτουν. Να χάνουν το σημείο στον ορίζοντα που είχε θέσει ως σημείο αναφοράς για να μην χάσει την ισορροπία του. Ξύπνησε από αυτό το ζωντανό όραμα και κοίταξε γύρω του. Τα σωθικά του βρώμισαν. Ένιωσε την ψυχή του να τον εγκαταλείπει και μια μαύρη ουσία μπήκε στο αίμα του που ανέβαζε κατακόρυφα την αρτηριακή του πίεση. Σχεδόν έκλαψε. "Δε γίνεται να ξεφύγω;" αναρωτήθηκε και βυθίστηκε ξανά στις ίδιες πολύχρωμες ευχάριστες εικόνες που τον έκαναν να επιβεβαιώνει την ύπαρξή του ως άτομο.
Ένα δυνατό χαστούκι, όπως αυτό που δέχεται αυτός που τα μάτια του κλείνουν από τη νύστα και ένας δυνατός θόρυβος τον ξυπνά, τον έκανε να θορυβηθεί. Οι φλέβες του φούσκωσαν με φρέσκο αίμα που του προκάλεσε υπερένταση. Ξεκινούσε να βλέπει καθαρά. "Το μονοπάτι της ευτυχίας είναι μια πρόστυχη οδός που σε βγάζει στην αυταπάτη". Δεν μπορούσε να το αντικρούσει. Ένιωσε άδειος, κενός, έρημος και πλάνης. Ο,τι πιο βρώμικο μπορούσε να υπάρξει, ζούσε στα μέσα του. Η μαύρη πανώλη γέμιζε τα μάτια του. Η αηδία αυτή που ένιωσε για τον εαυτό του κόπηκε σαν μια κορδέλα σε εγκαίνια. Αργά και σαδιστικά. Πλέον τα πόδια έτρεμαν. Δεν μπορούσε να ευτυχήσει. Δεν μπορούσε να το μεταδώσει στην πόλη του και τον πλησίον του. Οι πολύχρωμες εικόνες επιβεβαίωναν το άτομο, η δυστυχία όμως επιβεβαίωνε τον άνθρωπο μέσα του. Δυο πολύ βαθιές ανάσες και μεταβολή. Έλυσε τον κόμπο στην κουπαστή της γέφυρας και άφησε τη θηλιά γύρω από το λαιμό του. Την έβγαλε λίγο πριν την πυλωτή του σπιτιού του όταν κατάλαβε πόσο γελοίος φαίνεται. Ανέβηκε στην ταράτσα και άναψε τσιγάρο. Ο ήλιος ξεπρόβαλε μεταξύ Υμηττού και Πεντέλης ειρωνικά και τα φώτα της πόλης άρχισαν να σβήνουν.

"Πουτάνα Αθήνα", σκέφτηκε. 

Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2014

Kit-kat

Καμιά φορά ενδείκνυται η παύση. Παύση άλλωστε υπάρχει στο λόγο, στη μουσική, στην αφήγηση, και στον χρόνο όταν τον εξετάζουμε μέσα σε μια σχετικιστική ματιά. Η μόνιμη εγρήγορση είναι ένα σημαντικό προσόν, το οποίο καθιστά έτοιμο το άτομο. Η αέναη αυτή τσίτα όμως έχει παθολογικές προεκτάσεις και σίγουρα κανείς δε θα ήθελε να ζει με το σύνδρομο Schwartz-Jampel. Η σωματική ξεκούραση συνεπάγεται την πνευματική ξεκούραση. Γιατί αν το σώμα δε θέλει να δουλέψει, τότε ο πνευματικός κάματος πάει χαμένος. Και όταν δίνεις γκάζι χωρίς να βάλεις ταχύτητα, ο κινητήρας τα φτύνει.
Ποτέ δεν έδωσα βάση στη σωματική υγεία και στην αταραξία. Για το πρώτο δε νομίζω πως ποτέ θα ενδιαφερθώ πραγματικά, γιατί ο,τι είναι να γίνει θα γίνει. Οι εξωτερικές επιδράσεις είναι τόσες πολλές που είτε από παθολογικά αίτια, είτε από κάποιο καπρίτσιο της Ατρόπου, ο θάνατος θα έρθει. Κι αν όχι ο θάνατος, η φθορά σίγουρα. Η αταραξία όμως είναι μεγάλο πράγμα. Όλος ο κόσμος ζει με προβλήματα. Κάποιοι καταβάλλονται από αυτά, κάποιοι άλλοι συνεχίζουν να ζουν χωρίς να τα σκέφτονται. Ίσως οι δυο αυτές στάσεις να είναι κοινές όμως δεν είναι σε καμία περίπτωση υγιεινές για το μυαλό. Η λύση είναι η αταραξία. Αταραξία που προκύπτει από τη συνεχή προσπάθεια λύσης του προβλήματος, μέσω της σκέψης, όμως με τρόπο τέτοιο που δε θα καταναλώνεται όλη η φαιά ουσία εκεί. Ένα είδος φίλτρου που δεν αφήνει το πρόβλημα να επισκιάσει τις υπόλοιπες λειτουργίες του νου. Η συνεχής αυτή ροή ενεργειακών φορτίων προς τιμήν της σκέψης, σε ένα μόνιμο ρελαντί, δίνει την εντύπωση της μη κίνησης. Της αταραξίας.

Η μέρα είναι εξαιρετική. Εξαιρετική για να πάει κάποιος μια βόλτα ή για έναν καφέ. Για ένα τσιγάρο κάπου με ησυχία, ή για ένα ποτό κάπου με κόσμο. Μπράβο σε όσους ζουν τη νεότητα. Το πιο πιθανόν είναι να επιλύουν πολύ εύκολα τα προβλήματά τους όταν θα είναι στα ώριμα εργατικά χρόνια τους. Η ζωή θα τους έχει μάθει πώς να οδηγούν το μηχανάκι της ύπαρξης. Πότε να το ζορίζουν και πότε να του βάζουν νεκρά και να κατεβαίνουν την κατηφόρα της αφέλειας. Αλίμονο σε αυτούς που τρέχουν πάντοτε σαν να πρέπει να προλάβουν κάτι ή σε αυτούς που η κατηφόρα δε λέει να σταματήσει.

ΥΓ: Σαν χτες γεννήθηκε ο Νίκος Καζαντζάκης. Τα λόγια που θα μπορούσαν να γραφτούν για το έργο του, είναι τόσα πολλά που τα γράμματα όλων των αλφαβήτων του κόσμου είναι λίγα.


Πέμπτη 13 Φεβρουαρίου 2014

Anschluss

Μυρίζει άνοιξη. Το σπίτι μυρίζει καμένο λάδι. Ο πρωινός αέρας είναι ελαφρύς και ο ήλιος έχει διακοσμητικό ρόλο. Η υγρασία χαμηλή παρά το επικίνδυνο της εποχής. Φλεβάρης μήνας και η Αθήνα αποφάσισε να ενδυθεί το ωραιότερο φουστάνι της. Η όμορφη Αθήνα, φαίνεται ακόμα καλύτερη με αυτό το ελαφρύ, λεπτό πέπλο ηλίου. Χωρίς να βράζει το τσιμέντο. Χωρίς να κρυσταλλώνουν οι γυάλινες λάμπες στο δρόμο.

"Σας έπιασε η άνοιξη;" locus communis σε όλες τις δασκάλες του Δημοτικού, και ίσως του πρώιμου Γυμνασίου. Όχι πολύ κακή παρατήρηση. Ο κόσμος γίνεται εξωστρεφής, και κατ'επέκταση η αναπαραγωγική οργασμική λειτουργία της φύσης κινητοποιεί και τον άνθρωπο. Παρόλ' αυτά η εξωστρέφεια της σωματικής υπόστασης δεν μπορεί να συγκριθεί με τον παγετό της ψυχής. Οι στρατιώτες που υπηρετούν τις ιδεολογίες τους, είναι στοιχισμένοι μέσα στα μέσα μαζικής μεταφοράς, και σαν άλλοι Εβραίοι στα τρένα, οδηγούνται στο απέραντο στρατόπεδο συγκέντρωσης που λέγεται "πόλη". Στο ζωντανό αυτό νεκροταφείο, που λειτουργεί σαν το βαρέλι, μέσα στο οποίο ζυμώνεται το κρασί. Ένα Kamp μέσα στο οποίο κάποιοι δουλεύουν μηχανικά, με σκοπό να πεθάνουν, και κάποιοι άλλοι επιλέγουν "το άλλο", ξέροντας επίσης πως ο σκοπός τους είναι να πεθάνουν.

Γιατί να είδαμε το φως της ζωής, αν προορισμός είναι ο θάνατος ; Τα ταφικά έθιμα των αρχαίων Ελλήνων, ίσως δίνουν την απάντηση. Το αρσενικό γένος κυνηγά μια ζωή το αιδοίο. Όσο χυδαίο κι αν ακούγεται, έτσι είναι. Άπαξ και βγει από αυτό, η libido του καθορίζει όλο του το είναι. Θέλει μανιωδώς να ξαναμπεί σε αυτό, και θα πληγώσει, θα προδώσει, θα φερθεί σκάρτα για να το καταφέρει. Όταν λοιπόν πέθαινε ο αρχαίος Έλληνας, θαβόταν σε εμβρυική στάση. Επέστρεφε στη μήτρα. Στην ανατολική αυτή Νιρβάνα, που το βρέφος για ένα καπρίτσιο γκρεμίζει κάπου στους 9 μήνες.


ΥΓ: http://www.artmag.gr/art-history/art-history/item/886-cubism


Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Infusion d'Iris

Η υγρασία τσάκιζε κόκαλα. Κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του να δει αν όντως η πάχνη είχε σκεπάσει την πόλη, ή αν τα γυαλιά του για άλλη μια φορά ήταν επικίνδυνα βρώμικα. Άναψε τσιγάρο, GR κόκκινο αφορολόγητο. Η ένδεια είχε χτυπήσει και την τσέπη του, μαζί με το ευρωπαϊκό κραχ. Τα πάθη δεν κόβονται, κι ας νομίζει ο καθένας πως είναι ανώτερός τους.
"Δώσε μου φωτιά" είπε μια κοριτσίστικη σχεδόν φωνή.
Μια νεαρή κοκέτα, επέλεξε να μείνει σιωπηλή, έχοντας επιλέξει το ίδιο πάρκο με αυτόν για να περάσει τη νύχτα της. Ντυμένη κοινά, δεν του τράβηξε την προσοχή, ενώ της έδινε τον αναπτήρα του. Έμοιαζε να έχει πολλούς χειμώνες πάνω της. Περισσότερο ή λιγότερο του θύμισε όλες αυτές που αντικρίζει καθημερινά. Θήλεα ονειροπαρμένα, πως λίγο μακιγιάζ θα κρύψει την ένδεια της τσέπης τους. Και θα τους ανοίξει πόρτες. Κυρίως θα τους ανοίξει πόρτες.
"Μένεις μόνος ; Θα μου κάνεις παρέα ; Νιώθω τόσο απροστάτευτη" είπε με μια νοσηρή απόγνωση, που σχεδόν του προξένησε αηδία. Τα μάτια της, σαν κόκκινο μέλι περίμεναν από τα χείλη του την απάντηση που αναμενόταν. Αρνήθηκε να απαντήσει, γιατί οι προθέσεις έπαψαν να είναι αγαθές από τότε που αντελήφθη τι σημαίνει ζωή. Έσβησε το τσιγάρο, όταν ένιωσε το κορμί του ολόκληρο να ανατριχιάζει από το άγγιγμα δύο σχεδόν αβαρών γυναικείων χεριών. Η μυστηριώδης αυτή ύπαρξη τον κρατούσε από τη μέση, τραβώντας τον πάνω της.
"Η τελευταία μου νύχτα θέλω να είναι έντονη. Κάνε μου την χάρη να με κάνεις ευτυχισμένη."
Οι ψυχές καμιά φορά καρφώνονται στη γη. Δεν πετάνε όπως ορίζει η φύση τους. Τη στιγμή εκείνη, οι δυο αυτές ψυχές προσηλώθηκαν στο τσιμεντένιο δάπεδο. Ξέρανε βαθιά μέσα τους πως το επικείμενο τέλος τους ήταν κοντά. Κάθε ιστορία έχει μια αφετηρία, και έναν επίλογο. Ο επίλογός τους, αχνοφαινόταν και κατ'επέκταση ο διαφαινόμενος επίλογος της περίεργης αυτής θηλυκής ύπαρξης. Το μυαλό του άδειασε όσο τα σκεφτόταν όλα αυτά. Ένιωσε κενός, τόσο κενός που συνειδητοποίησε πως ακόμα κι ο ίδιος ο εαυτός του ανθρώπου, είναι μόνος. Αποκομμένος κι ελεύθερος από την ύπαρξη. Αποφάσισε να της δώσει ο,τι ήθελε. Πήρε την ανάσα για να αρθρώσει, και τότε μια κόρνα ακούστηκε.

"Μωρό μου θα αργήσουμε. Ποιος είναι αυτός ;" φώναξε ο οδηγός.
"Κανένας αγάπη μου, έρχομαι", απάντησε και απευθυνόμενη στον δέσμιο της είπε βλοσυρά. "Δε θα τα ξαναπούμε εμείς οι δύο. Αλλά έτσι είστε εσείς οι άντρες. Καμιά φορά μπερδεύετε τα κεφάλια που πρέπει να χρησιμοποιήσετε."

Αφού το αυτοκίνητο έφυγε γρήγορα μια γλυκιά αίσθηση είχε μείνει στο στόμα του, από το πρώτο και τελευταίο φιλί που έλαβε από την κοπέλα αυτή. Ένα φιλί σαν αυτό που έδωσε ο Ιούδας στον Χριστό. Ένα φιλί γεμάτο πάθος και απογοήτευση. Σκέφτηκε να κάνει κι άλλο τσιγάρο, αποφάσισε όμως να πάει σπίτι του. Η επόμενη μέρα τον περίμενε με άγνωστες προθέσεις και πολλή αβεβαιότητα. Περπατώντας μόνος ξανά, θυμήθηκε κάποιους στίχους. Έσπασε το κεφάλι του για τον συγγραφέα. Λίγη σημασία είχε. Προτίμησε να τους επαναλάβει αρκετές φορές μέχρι να περάσει το κατώφλι. Η σύλληψη απλή, και το λεξιλόγιο χυδαίο. Αντίθετα προς τις σύνθετες αρχές του, και τη σεμνή του ύπαρξη.

Δεν έχω πίστη στο Θεό σου, πίστη δεν έχω σε τίποτα.
Όλα γυρνάνε προς τα πίσω με ταχύτητα.
Είναι ο πλανήτης των Πιθήκων στη βαρύτητά του δούλος.
Γαμιέται από παντού σαν να'ναι βίζιτα. 

Παρασκευή 7 Φεβρουαρίου 2014

Σταχτόνερο

Πένθιμο σκηνικό, σε μια καθημερινότητα που σε υποχρεώνει να αντικρίζεις κυκλικά και περιοδικά, τις ίδιες πραγματικότητες. Πραγματικότητες, που νομίζεις πως είναι πραγματικές όμως τελικά είναι επιβεβλημένες εξ άνωθεν. Ειδικά δε, η πραγματικότητα των κοινωνικών συναναστροφών είναι από τις πιο έντονες που έχει να αντιμετωπίσει ένα υποκείμενο. Από ένα σημείο και μετά, όσο καλή σχέση κι αν υπάρχει με τις επαφές αυτές, το υποκείμενο χρειάζεται τον προσωπικό του χώρο. Τον χώρο αυτόν, μπορεί να τον βρει είτε σε κάτι απτό, είτε σε κάτι πλαστό που μπορεί να υποκαταστήσει το "πραγματικό" του απτού χώρου. Μια τέτοια σκέψη μπαίνει σε εισαγωγικά, καθώς τα πάντα είναι χωροχρόνος, ακόμα και το φως που τροφοδοτεί τη ζωή μας, -κάτι που απέδειξε περίτρανα η διάνοια αυτή που ονομαζόταν Αλβέρτος Αϊνστάιν.
Αφού το υποκείμενο βρει τον προσωπικό του χώρο, ή/και χωροχρόνο, τότε μετά από καιρό επιδίδεται σε μια δοκιμασία κατά την οποία κοιτιέται σε ένα κάτοπτρο, προσπαθώντας να δει ποιο τελικά ένδυμα του πάει. Αυτό του ανθρώπου ή αυτό του ατόμου ; Όπου άνθρωπος, βάλτε μοναχικότητα, όπου άτομο, βάλτε κοινωνικότητα. Και από κει και πέρα πράττει αναλόγως, είτε φορώντας ένα από τα δύο πανωφόρια, είτε φορώντας τα εναλλάξ, ανάλογα με την επιταγή που πρέπει να εξαργυρώσει κάθε φορά. Πέρα όμως από αυτά, το ζήτημα είναι σοβαρό και εστιάζει αλλού. Δηλαδή, στο κώλυμα που δημιουργείται αν κάποιο υποκείμενο δεν μπορεί να εξασφαλίσει τον προσωπικό του χωροχρόνο σε απτά "πραγματικά" πλαίσια και προεκτάσεις. Οι παράγοντες που μπορούν να αναστείλουν κάτι τέτοιο, άπειροι.

Το αδιέξοδο αυτό, τo έθεσα ως μεγάλο παιδί πλέον στον εαυτό μου. Σε πολλές συζητήσεις μας, ομολογουμένως τον εκπλήσσω με τις σκέψεις μου. Δεν το κρύβω. Όμως όσο καλός μπορεί να είμαι στις κουβέντες μας, άλλο τόσο κακός είναι αυτός στην εφαρμογή των. Πίσω στο θέμα μας, λοιπόν, όταν το υποκείμενο δεν μπορεί να εξασφαλίσει "πραγματικό" χωροχρόνο, οφείλει να κατασκευάσει τον δικό του. Τα υλικά ομολογουμένως, είναι ακριβά. Θα περίμενε κανείς πως κάτι πλαστό/φανταστικό είναι το πιο εύκολο να κατασκευαστεί. Όμως μια εκ θεμελίων κατασκευή ενός προσωπικού χωροχρόνου, μέσα σε ένα νου που ήδη έχει χτιστεί πάνω σε άλλον χωρόχρονο (τον κοινωνικό), χρειάζεται πάνω απ'όλα γνώση. Η γνώση αυτή, είναι προσβάσιμη. Είναι τα καθημερινά ερεθίσματα. Δεν χρειάζεται να πληρώσεις για να τη λάβεις αλλά πρέπει να κουραστείς ώστε να έχεις λάβει τόση, ώστε να φτιάξεις τη δική σου πραγματικότητα.
Επιστρέφοντας στο παραπάνω αδιέξοδο, πολλές φορές σαν νέος ένιωσα την ανάγκη να κάνω τη δική μου πραγματικότητα. Δεν τα κατάφερα και το απέδωσα στην αναβλητικότητα ή στον φόβο του καινούριου. Ίσως τελικά το sack voyage δεν ήταν γεμάτο αρκετά για να πραγματωθεί κάτι τέτοιο. Πλέον, ενθυμούμενος την τελευταία φορά που το σκέφτηκα, μπορώ να πω πως αφού έκανα ένα τσιγάρο (με το συμπάθιο), κατάλαβα πως το μόνο εύκολο είναι να δημιουργηθεί αυτό το κέλυφος για κάποιες ώρες της μέρας. Δυστυχώς δεν μπορεί να το διαρκεί περισσότερο, και ίσως δεν πρέπει, καθώς τότε τίθεται το υποκείμενο μοιραία εκτός πραγματικότητος. Η γνώση ποτέ δε σταματά να τροφοδοτείται, άρα το κέλυφος θα συντηρείται. Για το αν θα μεγαλώνει δεν το ξέρω. Εύχομαι να συμβαίνει αυτό, και να μη διαψευσθώ.

Ζηλεύω την χελώνα που κουβαλά πάντα το σπίτι της μαζί. Έχει τον χώρο της και επιλέγει τον χρόνο που θα περάσει με τον εαυτό της. Μπορεί να πηγαίνει αργά, όμως η εξέλιξη επέλεξε να κουβαλά το φορτίο της σοφίας της. Γι'αυτό και κέρδισε το λαγό, γι'αυτό και πάντα θα προπορεύεται του Αχιλλέα.

ΥΓ. Η ζωή είναι ισόβια.

Νίκος Καζαντζάκης  “Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά”

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Ραμπάτ, Μαρόκο

Μέσα στην αιώνια αντίφαση που πορευόμαστε, είμαι παιδί της άνοιξης, γεννημένος τον Απρίλιο. Αγαπάω τον χειμώνα, λόγω της εσωστρέφειας που δημιουργεί. Συμπαθώ το φθινόπωρο, καθώς είναι η ακμή της ύπαρξης. Μέχρι πρότινος μισούσα το καλοκαίρι. Η παγιωμένη άποψη που ακόμα στηρίζω, είναι πως "το καλοκαίρι είναι για τους πλούσιους και τις γκόμενες", Τα πράγματα όμως, όσο μεγαλώνει κανείς, προσαρμόζονται και μπαίνουν σε φόρμες ανάλογα με τις ανάγκες που δημιουργεί η ίδια η ζωή. Και για να ακριβολογούμε, οι ανάγκες αυτές προκύπτουν από συγκυρίες που με τη σειρά τους ορίζουν αυτό το ακανόνιστο πράγμα που ορίζουμε ως ζωή.
Ήδη, οι τόσες αναφορές που έχουν γίνει για το καλοκαίρι, στο παρόν ιστολόγιο, έχουν δημιουργήσει ένα ολόκληρο πλαίσιο ιδεολογίας πίσω από αυτή την εποχή του χρόνου. Δε θα ήθελα να σταθώ εκεί, καθώς όλα αυτά ανήκουν στο παρελθόν. Μπορεί να ισχύουν κατά περίπτωση, αλλά όχι κατ' ανάγκην. Επομένως, οι προγενέστερες αναρτήσεις είναι οδηγός για τις τωρινές, και παράλληλα, το λεηλατημένο βασίλειο μιας παροπλισμένης  και τουτέστιν ανώριμης σκέψης.

Η είδηση πως το ακαδημαϊκό έτος θα λήξει στις αρχές Αυγούστου θορύβησε πολλούς. Η εξεταστική μέσα στον Ιούλιο, και τα μαθήματα καθ'όλον τον Ιούνιο και τις πρώτες έντεκα μέρες του Ιουλίου, αποτέλεσαν σε όλα τα πηγαδάκια το πρώτο θέμα συζήτησης, όμως όλη αυτή η αναστάτωση έγινε γαργάρα, στο βωμό των απεργιακών κινητοποιήσεων Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου. Μεταξύ μας, ήμασταν μαθημένοι στην εξεταστική τέλη Ιουνίου, αρχές Ιουλίου. Ζέστη, ιδρώτας και ένας ήλιος που περιφρονεί με τις ακτίνες του αυτούς που μένουν μέσα στην ωραιότερη τσιμεντούπολη του γαλαξία. Σίγουρα όμως η προοπτική μαθημάτων και εξεταστικής ως τις αρχές Αυγούστου, είναι κάτι τουλάχιστον βάρβαρο και ψυχοφθόρο, καθώς το καλοκαίρι είναι αυτό που περιμένουμε όλοι. Όσοι το αγαπούν, κι όσοι το μισούμε. Οφείλουμε τουλάχιστον οι δεύτεροι, να παραδεχτούμε πως ενώ κατακεραυνώνουμε τους ανθρώπους που ζουν για το καλοκαίρι, όλοι το θεωρούμε ως τη στιγμή ορόσημο της χρονιάς. Μια στιγμή ανέμελης ζωής. Σύντομη στιγμή. Παρατεταμένη στιγμή.

Στην κατεύθυνση αυτή, έπεισα τον εαυτό μου πως δεν είναι όλα τελικά τόσο άσχημα. Καμιά φορά πρέπει σαν άλλος Διογένης να κοιτάς τον ήλιο κατάματα και να σκέφτεσαι πως ο ζωοποιός αυτός Θεός, φροντίζει για σένα, ακόμα κι αν καμιά φορά σε ταλαιπωρεί. Η κεντρική είσοδος της Φιλοσοφικής Σχολής Αθηνών, βλέπει στη Δύση. Και για να είμαστε ακριβείς, με μια τάση προς τα νότια. Ο Λυκαβηττός, άγρυπνα μάτια του λεκανοπεδίου, ορθώνεται στο βάθος, ενώ το Ποικίλο όρος, ο νευρώνας αυτός της Πάρνηθας, καταλήγει πτωτικά προς τον Πειραιά. Τα μαθήματα που θα τελειώνουν στις 18.00, θα δίνουν την ευκαιρία σε όποιον θέλει να δίνει λίγο χρόνο από τη ζωή του, στον ήλιο. Λίγο χρόνο για να ξεκινήσει τη σταδιακή βουτιά του προς την άγρια Δύση, ματώνοντας τον αθηναϊκό ουρανό με μενεξεδένιο αίμα που γοργοστάζει.
Η ξηρασία χτυπάει κόκκινο, το μπλουζάκι έχει νωτίσει από την ανάσα του σώματος και τον ιδρώτα, και ο τελευταίος τζίτζικας σταματάει το επαναλαμβανόμενο μονότονο τέμπο του. Προτού κρίνεις, όπως εγώ, τον τζίτζικα. Σκέψου πως περιμένει μια ολόκληρη αιωνιότητα, για να εμφανιστεί, σε ένα μόνο καλοκαίρι. Ακόμα κι αν δεν τα καταφέρνει στο τραγούδι, ίσως θα μπορούσες να του δώσεις ένα χειροκρότημα. Τουλάχιστον αυτός προσπάθησε. Επιβεβαίωσε την ύπαρξή του. Εσύ ;