Σάββατο 24 Μαΐου 2014

Σκυρόδεμα

Άψυχα κτήρια που έχουν βιώσει και έχουν δει σχεδόν τα πάντα. Φανταστείτε να μιλούσε ποτέ το αστικό τσιμέντο. Φανταστείτε να του δινόταν η δυνατότητα να μιλήσει στον καθένα μας για λίγη ώρα και να του πει τι έχει δει ή ακούσει για τον ίδιο ή από τον ίδιο. Σαν να μην έφτανε αυτό, φανταστείτε να μιλούσε ακατάπαυστα όταν παρουσιαζόταν η οποιαδήποτε κρίση. Σίγουρα θα προσέχαμε περισσότερο τι λέμε ή τι κάνουμε. Θα περιορίζονταν οι ελευθερίες της μοναξιάς. Θλιβερό, όμως για φαντάσου...
Τείνουμε να δίνουμε σημασία μόνο σε ο,τι μιλά, αναπνέει και δίνει την φαινομενική εντύπωση πως ζει. Επίσης, άξιο λόγου και προσοχής αποτελεί ο,τι γυαλίζει, κοστίζει ή ωφελεί παντοιοτρόπως ακόμα και αν δεν ανασαίνει. Ωστόσο το αστικό περιβάλλον και η γρήγορη ζωή, μας απομακρύνουν από το να εκτιμήσουμε τελικά τα μόνα πράγματα που μας παρέχουν ασφάλεια και εμπιστοσύνη. Κι όχι απλά δεν τα εκτιμάμε, αλλά τα κατηγορούμε με την πρώτη ευκαιρία. Φυσικά βέβαια οι κατηγορίες αυτές δε βγαίνουν με θέρμη από τα χείλη μας. Απλώς επιλέγουμε να κατηγορούμε πάντα ο,τι μας ωφελεί. Και πράγματι το τσιμέντο είναι αυτό για το οποίο γίνεται λόγος παραπάνω.
Σε ευρωπαϊκές μεγαλουπόλεις ή μητροπόλεις της απέναντι ηπείρου υπάρχουν άνθρωποι που γεννιούνται και πεθαίνουν μη έχοντας δει ποτέ τον αγρό και τη θάλασσα. Στην Ελλάδα λόγω της εύκολης πρόσβασης σε αυτά τα δύο ορόσημα της χώρας μας, έχουμε την τάση να υιοθετούμε πολύ εύκολα το κλασσικό μοτίβο της επιστροφής στη φύση. Δηλαδή, πάντοτε με την πρώτη ευκαιρία θα κατηγορήσουμε τον αστικό τρόπο ζωής και την τσιμεντούπολη των Αθηνών. Τον αμίαντο και την ηχορύπανση, το καυσαέριο και την πολυκοσμία. Μην μπορώντας όμως να μείνουμε σε αυτό, εννοείται πως θα συμπληρώσουμε την απέχθεια προς την πόλη μας με μια ευχή για επιστροφή στο αγροτικό φυσικό περιβάλλον και τη βουκολική ζωή.

Κανείς όμως δεν κάνει το βήμα προς αυτήν. Και αν το κάνει εν είδει διακοπών, μετά από μια εβδομάδα ή και δυο, θα σπεύσει να χρησιμοποιήσει το εισιτήριο επιστροφής του, καθώς η εξάρτηση από τη μεγαλούπολη αρχίζει να εκδηλώνεται με σωματικά συμπτώματα στέρησης. Μια τρόπον τινά ηρωίνη είναι η τσιμεντούπολη που δε σε κάνει να φύγεις. Και για να είμαι ακριβέστερος, είναι αλκοολίκι. Πάντα το θες, ποτέ δεν το παραδέχεσαι. Αντιθέτως διακηρύσσεις όπου σταθείς και βρεθείς πως είσαι καθαρός και η ζωή σου κυλά σαν παραμύθι.
Κανείς δεν κάνει το βήμα, και το τσιμέντο πληγώνεται. Πληγώνεται ναι, γιατί έχει ακούσει όλες τις σκέψεις σου σιγανόφωνες ή βροντερές. Έχει δεχτεί τη γροθιά σου μια και δυο και καρτερικά έμεινε εκεί στέρεο και ανθεκτικό για να απορροφήσει το πρόβλημά σου που εκτονώθηκε με τον ανεξέλεγκτο θυμό σου. Ήταν εκεί όταν χάρηκες. Ήταν εκεί όταν λυπήθηκες. Ήταν εκεί όταν μέθυσες πρώτη φορά και στο πρώτο σου τσιγάρο, κι όμως δεν είπε τίποτα στους γονείς σου. Ήταν εκεί όταν έζησες τον έρωτα πρώτη φορά με ένα αθώο, αδέξιο φιλί. Θα είναι εκεί όταν θα λάβεις το τελευταίο φιλί στο μέτωπο και θα μπουν μαύρα σεντόνια στην κάμαρή σου.

Και εσύ θες να φύγεις. Άντε, φύγε. Πούλα τους φίλους σου. Δεν είχες ποτέ άλλωστε. Και το τσιμέντο ; Σιγά, θα χάσει άλλον έναν φίλο. Αλλά δε θα χάσει... 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου