Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Η αγωνία της αγονίας

Η αγονία των ημερών, είναι ευεργετική. Πολλάκις έχει αναφερθεί το πρόβλημα της μη-πράξης, της στασιμότητας κοινώς. Επομένως, σοφό θα ήταν να αποφευχθεί μια τέτοια νύξη. Αυτό όμως που πρέπει να λεχθεί για να συνεχιστεί το κείμενο είναι το εξής. Η αγονία, όπως αναφέρθηκε, έχει τη ζωοδότρα ιδιότητα να κινητοποιεί. Να αυτοαναιρείται παραγωγικά για να προκύψει η έρευνα για το νέο, που θα ντελαπάρει το στάσιμο καρδιογράφημα. Είναι ίσως η πρόβλεψη της φύσης, για την εξέλιξη. Ενδεχομένως, να μην είναι όλο αυτό που βιώνουμε μια ευθύγραμμη πορεία, αλλά μια τεθλασμένη γραμμή με διακυμάνσεις που χαρακτηρίζονται από την αλληλοδιαδοχή εξαιρετικά καθοδικών και αντίστοιχων ανοδικών τιμών.
Πολλά πράγματα στη ζωή είναι ανεκτίμητα. Δεν είναι συνέχεια της διαφήμισης του γνωστού τηλεοπτικού σταθμού και της γνωστής πιστωτικής κάρτας. Είναι μια πραγματικότητα. Συνήθως μάλιστα, αυτά τα ανεκτίμητα πράγματα είναι αυτά που προκαλούν μικρές θρομβώσεις σε επικίνδυνα αιμοφόρα αγγεία του ανθρώπινου σώματος. Και αναφέρομαι σε όλες αυτές τις μικρές στιγμές που ένα παγωμένο χέρι ακουμπά την καρδιά και το αίμα παύει να σαλεύει. Μία από αυτές τις στιγμές είναι η στιγμή της αναπάντεχης ανακάλυψης. Ή μάλλον για να ειπωθεί καλύτερα, της αναπάντεχης ανακάλυψης έπειτα από μια συνηθισμένη αναζήτηση. Διότι θα πρέπει κάποιος να είναι άκαρδος όταν δεν χαίρεται εκστατικά όταν εντοπίζει κάτι καλό, που ταρακουνάει τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητάς του. Είτε αυτό είναι ένα βιβλίο, είτε ένα άρθρο σε μια καθημερινή εφημερίδα, είτε ένα μουσικό κομμάτι. Φυσικά, διπλή σημασία -κι αυτή τονίζεται εδώ- έχει η ανακάλυψη αυτή όταν γίνεται ξαφνικά. Όταν δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ποιότητά της, και η αξίνα του τυμβωρύχου χτυπήσει διαμάντι.
Και εδώ είναι που ο άνθρωπος αρέσκεται να κάνει το λάθος. Και είναι λάθος φοβερό, άξιο αποφυγής, όμως νά που το είδος μας, το πράττει σχεδόν αντανακλαστικά. Μετά λοιπόν, την ανακάλυψη του νέου, του καινούριου συνηθίζουμε να επαληθεύουμε τη λαϊκή ρήση "καινούριο κοσκινάκι μου..", κάτι σε μεγάλο βαθμό λογικό. Όμως η φύση του ανθρώπου -καθώς δε θέλω να το προσεγγίσω στενά/εθνοτικά- είναι τέτοια που πέφτει με τα μούτρα στο καινούριο. Το εξαντλεί, απομυζώντας από αυτό κάθε σταλαγματιά νέου ερεθίσματος. Έπειτα το αφήνει στην άκρη για λίγο. Όταν το ξαναπιάνει του φαίνεται ντεμοντέ, τρε μπανάλ. Το παρατάει. Μετά από πολλά χρόνια θα του προκαλέσει σχεδόν το αρχικό ερέθισμα. Όμως η επίδραση θα είναι σύντομη. Και αυτό που κάποτε έδωσε τέλος στην αγονία, αρχίζει και απορροφάται από την αμοιβάδα. Γίνεται ένα με το τίποτα, το null.

Αυτή είναι η τύχη των πραγμάτων, αυτή είναι ίσως και η τύχη των ανθρώπων. Των ανθρώπων ως συναισθηματικές οντότητες και ως φορείς ιδεών. Γνωρίζεις κάτι παραγωγικό, το εκμεταλλεύεσαι, το πετάς, παλιώνει... Είναι πάγια τακτική, δικαιολογημένη σε ένα βαθμό καθώς προσδίδει στο δράστη ικανοποίηση. Εν πάση περιπτώσει όμως, μέσα σε αυτή τη δίνη της διαδοχής νέου/φρέσκου-παρωχημένου υπάρχει κάτι που θριαμβεύει μόνιμα. Είναι η φύση. Ποτέ δεν κουράζει. Ποτέ δεν κοροϊδεύει. Μεταβάλλεται και γεννιέται εκ του μηδενός. Ίσως έτσι να βαστά το ενδιαφέρον. Ίσως έτσι να κινητοποιεί την τρίτη όραση κάνοντας τα μάτια να βλέπουν κάθε φορά, σαν για πρώτη, ένα δέντρο ή ένα λιβάδι. Είναι αυτό που δε γνωρίζει αγονία ακόμα κι αν πρόκειται για ερημικό τοπίο. Αυτό που μας τραβάει, κι αυτό που διώχνουμε διότι μάθαμε να υπακούμε στις επιταγές του αστικού "φυσικού" τοπίου. Το τελευταίο σχόλιο δεν είναι διόλου δηκτικό. Είναι μια πραγματικότητα απόλυτα σεβαστή, που συμβαίνει και πρέπει να συμβαίνει.
Πέρα από αυτά, στη δύση του κειμένου, θα προβεί ο γράφων σε μια παραίνεση. Το περιβάλλον μας, λόγω της ανικανοποίητης φύσης που ολοένα δυναμώνει, γίνεται όλο και πιο γκρίζο στα μάτια του ατόμου. Για να ακριβολογήσω, πιο μπεζ, μιας και υπάρχουν και οι λάτρες του γκρίζου -αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα. Η ζωή προχωρά και η ανακάλυψη ενός νέου κουβά χρώματος που σπάει αυτή την αηδία του χρώματος της μόκας πάντα είναι το κίνητρο για προέλαση. Αυτό που λείπει, είναι η υπομονή. Ας μάθουμε να μην πετάμε τον κουβά ολόκληρο πάνω στον μπεζ τοίχο της ρουτίνας. Θα γίνει μια τεράστια κόκκινη/κίτρινη/μπλε πιτσιλιά η οποία σταδιακά θα κουράσει περισσότερο, θα γίνει ένα με το μπεζ και θα κινήσει εθιστικά το κυνήγι μεγαλύτερων συγκινήσεων. Η αλυσιδωτή αντίδραση αυτών των συγκινήσεων, θα φτάσει κάποια στιγμή να αποδείξει στο άτομο πως τα πάντα είναι μάταια. Το κυνήγι αυτής της ευτυχίας είναι φαύλο. Ενώ αν αποθήκευε το νέο χρώμα που θα έσπαγε το μπεζ... Σταδιακά θα έβρισκε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Και όταν θα έκρινε πως είχε τα εφόδια θα ζωγράφιζε κάτι τον μπεζ τοίχο. Όχι αφηρημένα, όχι ακανόνιστα, όχι λαίμαργα. Το κάτι αυτό ίσως να ήταν η λέμβος που θα έφερνε τη σωτηρία.
Μα και για τους πιο απαιτητικούς θα ήθελα να το κλείσω εδώ με ένα ερώτημα, καθαρά ανθρώπινο, μακριά από "ξυλοσοφίες" όπως έλεγε ο Ντένης στο μυθιστόρημα Αναδυομένη του Γρ.Ξενόπουλου. Θα προτιμούσε κανείς να ζει με τις μικρές θρομβώσεις των στιγμιαίων ανακαλύψεων, να τις εκμεταλλεύεται ως τον κορεσμό τους και έπειτα να τρέχει για άλλες ώσπου να νιώσει τη ματαιότητα ή να ζει συλλέγοντας σταδιακά τα καινούρια αυτά κομμάτια του παζλ, αποθηκεύοντάς τα και τελικά συνδυάζοντάς τα στο βάθος του βίου ; Το εύκολο είναι το πρώτο, το δύσκολο το δεύτερο. Το τερπνόν το πρώτο, το ωφέλιμο το δεύτερο. Το ανθρώπινο το πρώτο, το υπεράνθρωπο το δεύτερο.


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου