Δευτέρα 28 Ιουλίου 2014

Όνειρα Βαλκάνια

Ένα όμορφο καλοκαιρινό βράδυ, στα παραλίγο του Αυγούστου. Μπαλκόνι ευάερο, στο ανοιχτό πεδίο ανάμεσα στο κέντρο της συνοικίας μας και της εκκλησίας που μας φυλάει. Παρέα αποτελούμενη από 6-7 σερνικά, διαμένοντα στην παραπάνω αναφερθείσα συνοικία με στενούς δεσμούς φιλίας από τα παιδικά των ακόμα χρόνια. Μπύρα φτηνή και κοινώς αποκαλούμενη "οικοδομική", ως να πρόκειται για άδεια δόμησης, και χυμός σταφυλιού ρετσινωμένος, πλαισίωναν το κάδρο αυτού του πιεσμένου συναπαντήματος που η εξέλιξή του ευτυχώς, δεν επιβεβαίωσε τη σχεδόν καταναγκαστική τάση των παραπάνω σερνικών να συναθροίζονται είτε έχουν την ανάγκη για κοινωνικοποίηση είτε όχι. Ως γνωστόν, η ατζέντα των, έκαμε την περιπλάνηση του Μαγγελάνου, όχι προφανώς κατά τα γυναικεία συνειρμικά πρότυπα, αλλά σύμφωνα με την επιταγή της αντρικής συνεννοήσεως που επιβάλλει ιστορική αναδρομή, παύσεις για ανέκδοτες πτυχές εν είδει κουτσομπολιού, αναφορές σε γυναίκες και περιστάσεις όπου η τεστοστερόνη έφτασε σε περίσσεια. Βάσει πρωτοκόλλου η κουβέντα καταλήγει σε σχολιασμό συγχρόνων ή προγόνων, των επιλογών των, πάντοτε υπό το πρίσμα της οικονομικο-πολιτικής κατευθύνσεως.
Για όλα αυτά, νιώθει κανείς την ευλογία της ρήξης με το καλοκαίρι. Η εποχή του θέρους είναι γνωστή για την ηλιοφάνειά της, τις υψηλές και αποπνικτικές θερμοκρασίες και συνθήκες και την αποβλάκωση που προκαλεί. Την αποχαύνωση κάτω από κλιματιστικά, ανεμιστήρες και παλινδρομικά κινούμενες εφημερίδες και περιοδικά. Όταν συμβαίνουν περιστάσεις όπως οι παραπάνω, (που συνήθως προκύπτουν από παρέες σερνικών μιας και φείδονται χρημάτων εν αντιθέσει με τις πάντα εύρωστες οικονομικά γυναίκες) είναι λογικό η αδράνεια του θέρους να σπάει και ο νους να ενεργοποιείται. Δεν χρειάζονται ιδιαίτερα μέσα, παρά όρεξη για κουβέντα και διάθεση για καβγά πάντοτε πάνω σε δύο υγιείς βάσεις: την επιχειρηματολογία και τη διάθεση για συμφιλίωση μετά την αντιδικία αυτή.
Όταν δε, η ευτυχής αυτή καλοκαιρινή συγκυρία τυχαίνει (εκδύοντας το ρήμα από την 'τύχη' που περιέχει) μεταξύ ατόμων που μοιράζονται τις ζωές τους από ηλικίες απαγορευτικές για τίποτα περισσότερο από παιχνίδι και νεανική αφέλεια, πολλαπλασιάζεται η βαρύτητα. Νιώθει ο συμμέτοχος σε αυτό το παραμύθι της πρώτης παραγράφου, πως είναι ενταγμένος σε μια κοινωνία, έξω από την κοινωνία. Έναν όμιλο ατόμων, που τα κοινά τους βιώματα τους επιτρέπουν να χωρίζουν για πάντα και να σμίγουν ξανά, (διότι ξέρουν πως θα σμίξουν ξανά) άσχετα με το αν η επαφή τους περιορίζεται στην απλή φιλία ή αγγίζει τα όρια της αδελφικής εξάρτησης.

Η ανατολή του ηλίου και το αργό χάσιμο της σελήνης, φέρνει τη νέα μέρα. Κατά μία θεώρηση η νέα μέρα πρέπει να σε βρίσκει στο μεταίχμιο ύπνου και ζωής. Η συγχρονιστική θεώρηση της γέννησης του πρωινού με τη βιολογική αφύπνιση. Η άλλη θεώρηση, στην οποία δεν μπορώ να επινοήσω όνομα, υποστηρίζει πως η ανατολή πρέπει να σε βρίσκει ξύπνιο. Πάμπολλες απεικονίσεις του καλλιτέχνη, με συμβολιστικό περιεχόμενο, τον αναπαριστούν ως την αναμμένη λάμπα στην πρόσοψη μια πολυκατοικίας στην πιο μαύρη ώρα της νύκτας. Αν επομένως, επιλέγει κάποιος να είναι καλλιτέχνης έστω για το βίο του, οφείλει να είναι ξύπνιος στην ανατολή. Πως θα αγγίξει κανείς το φως, αν δεν έχει μάθει το σκοτάδι ; Το σκοτάδι της νυχτός, κι όχι το σκοτάδι των βλεφάρων του.

*Στους Βαβουρ, Τσατσάκο, Χαρίλα, Πίπη, Τρόνη, Φατσέα 

Τρίτη 22 Ιουλίου 2014

Παραμέληση-Δημιουργία-Μισανθρωπισμός

Ομολογουμένως μεγάλη εντύπωση προκαλεί το γεγονός της παραμέλησης. Όταν συμβεί σε κάποιον έχει τη δύναμη να κινητοποιήσει μια σειρά από αντιδράσεις που διακυμαίνονται. Η καμπύλη της διακύμανσης, φτάνει από τα επίπεδα της αδιαφορίας, στα επίπεδα της δυσφορίας και της υπερβολικής ενόχλησης. Σαφώς και ένας ευαίσθητος χαρακτήρας δεν μπορεί, παρά να υποκύψει στην χίμαιρα αυτή συνήθως θέτοντας τον εαυτό του στο στόχαστρο, θεωρώντας πως αυτός προκάλεσε αυτού του είδους τη συμπεριφορά. Είτε αδύναμος είτε δυναμικός όμως, ο άνθρωπος δέχεται το φαινόμενο αυτό από την αγέλη στην οποία εντάσσεται από τα γενοφάσκια του με αποτέλεσμα η παραμέληση να τείνει να εξετάζεται ως ένα ανθρωπολογικό φαινόμενο.
Σίγουρα κάποιος θα ενέτασσε το φαινόμενο αυτό στις άμεσες συνέπειες της τυποποίησης του βίου και της ολοένα και αυξανόμενης επιτάχυνσης της καθημερινότητας. Δε θα βρεθεί επιχείρημα πειστικό αρκετά για να αντικρούσει τη θέση αυτή, ωστόσο ο άνθρωπος πρόκειται για ένα ον εξαιρετικά προσαρμοστικό. Η καραμέλα της καθημερινότητας και της εκβιομηχάνισης πρέπει οπωσδήποτε να τεθεί κατά μέρους, μιας και μετά από έναν αιώνα βαριάς βιομηχανίας και ατέρμονης περιοδικότητας μιας καθημερινότητας ηλεκτρισμένης, είναι τουλάχιστον ανασφαλές να αποδίδουμε τα πάντα στους "αυξανόμενους ρυθμούς της ζωής". Κάθε φορά που κάποιος αποδίδει ένα φαινόμενο σε αυτή την αιτία, μία ακόμα ελπίδα πεθαίνει γα την ανθρωπότητα και το μέλλον της. Θεωρούσα πως ήταν αμιγώς ελληνικό γνώρισμα αλλά τελικά είναι οικουμενικό. Ο άνθρωπος επιδιώκει να βάλλεται και να καταπιάνεται με πράγματα που είτε θα βυθίζονται στην κοινοτοπία είτε θα προκαλούν εξαιρετικές αντιδράσεις.
Πίσω στο θέμα μας. Η παραμέληση ευθύνεται για την αυτενέργεια. Και για να μην χρησιμοποιώ το ρήμα "ευθύνομαι" το οποίο συνηθίζεται να έχει βαρομετρική σημασία στον τυποποιημένο δημοσιογραφικό λόγο, θα επιχειρήσω να το πω αλλιώτικα. Η παραμέληση ενεργοποιεί το αισθητήριο της δημιουργικότητας. Μιας δημιουργικότητας που έχει πρωτεϊκές ιδιότητες και συνήθως -λέω, συνήθως- επιτυγχάνει. Το υποκείμενο που τη δέχεται συνήθως μετά από την πάροδο λίγων λεπτών παύει να νιώθει άσχημα και οργανώνει το πλάνο δράσης για να καλυφτεί το κενό της επικοινωνίας ή της μέριμνας, που δημιουργεί ο δήμιος και ο έχων τον ενεργητικό ρόλο στην πρόκληση παραμέλησης. Το πλάνο δράσης αυτό, αν το προσεγγίσει κανείς κοιτώντας κάτω από τις λέξεις/πράξεις, συνειδητοποιεί πως πρόκειται για μια πράξη εκδίκησης. Ο παθών, για να αναπληρώσει το κενό, σκαρφίζεται μύριους τρόπους για την παραγωγή ενός έργου που όχι απλά θα συμπληρώσει την τρύπα που δημιούργησε η παραμέληση, αλλά θα υπερκαλύψει και θα τσιμεντώσει για πάντα το έλλειμμα.
Η εκδίκηση μέσα σε όλο αυτό βρίσκεται στην χειραφέτηση. Και η χειραφέτηση είναι μια διαδικασία δυναμική η οποία δεν περιορίζεται στα στενά -και στενόμυαλα- όρια του απογαλακτισμού από τη μητέρα, έπειτα από την οικογένεια και τέλος από τον οίκο -χωρίς τα γέν(ε)ια. Η χειραφέτηση πρόκειται για μια δυναμική διαδικασία λοιπόν, που αφορά τη ζωή στην ολότητά της. Το βίο, θα λέγαμε αλλιώς μια και ως λέξη φαίνεται να βλέπει τα πράγματα από απόσταση, σε αντίθεση με τη ζωή που το σημασιολογικό της βάρος -τουλάχιστον για μένα- αφορά κάτι το ενεργητικό και εκτυλισσόμενο. Όσο προχωράει κανείς στο βίο του πρέπει να ξεπερνά κάπου-κάπου τους σκοπέλους της χειραφέτησης. Να προσπαθεί προοδευτικά (επομένως εξελικτικά) να αποβάλλει την "ανάγκη" που εκπληρώνεται από τη βοήθεια του συνόλου, και να περάσει στην "ανάγκη" της εκπλήρωσης των ατομικών θέλω.
Τα παραπάνω δεν αποτελούν άλλον έναν παροξυσμό αντικοινωνικότητας ή διαστροφής κατά του κοινωνικού βίου. Είναι ίσως μια καλύτερη άποψη (όπως λέμε, άποψις Αθηνών) της μισανθρωπίας, σε αντιδιαστολή με τον ορισμό που δίνει ο κ. Πελεγρίνης στο πρόσφατο άρθρο του στην Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία. Η μισάνθρωπη στάση, αγαπάει την κτίση. Δεν αγαπάει τα κτιστά όντα. Βάζει τον Ακινάτη σε θέση διαβόλου όταν καλεί τον άνθρωπο των Μέσων χρόνων να αγαπήσει τα κτιστά. Η τέχνη, τα ήθη και όλα αυτά που φέρονται στο άρθρο του Πελεγρίνη να μπαίνουν στον ανεμοστρόβιλο καταστροφής του μισάνθρωπου, αποτελούν οργανικά σημεία της πλάσης. Ο μισάνθρωπος τα αγαπάει, απλά τα αναγνωρίζει μόνο εφόσον τα γεύεται μόνο αυτός.

Άλλωστε τι είναι η τέχνη ; Ένα τμήμα του κτιστού που ο καθένας μας θέλει να ερμηνεύει αποκλειστικά βάσει του εαυτού του, και σε τελική ανάλυση με την κίνησή του αυτή, θέλει να το αποκτήσει. Το σύνδρομο του Διογένη θα μπορούσε να το ονομάσει κανείς αυτό. Που κοίταζε τον ήλιο ολημερίς. Όσες υποθέσεις και να γίνουν, ο Διογένης θεωρούσε πως ο ήλιος του ανήκει. Δεν μπορώ να το στηρίξω κάπου, όμως είμαι σίγουρος. 

Σάββατο 5 Ιουλίου 2014

Έντυπα

Το βιβλίο. Το έντυπο. Το χαρτί. Διαφορετικές δηλώσεις για το μέσο που απεικονίζει, διηγείται, αφηγείται, σημαίνει. Ανασκοπήσεις περί περγαμηνών, ειληταρίων, κωδίκων, Κινέζων και λοιπών termini technici (δεν το κλίνω) είναι ανώφελες. Οι δηλώσεις έστω των στοιχείων αυτών που σηματοδοτούν την πορεία της γραφής και της ανάγνωσης ως μια παραγωγική, δούναι και λαβείν διαδικασίας κινητοποιούν τον αναγνώστη αν θέλει να μάθει κάτι παραπάνω, να ερευνήσει την κοντινότερή του βιβλιοθήκη ή τη μηχανή αναζήτησης που προτιμά στο διαδίκτυο.
Αφορμή της σημερινής έκθεσης ιδεών, αποτελεί η πρώτη μου επιτυχία σε διαδικτυακό διαγωνισμό-κλήρωση. Ξέρετε, αυτούς που ο εκδοτικός οίκος χρησιμοποιεί για να προμοτάρει μια νέα του έκδοση. Η διαδικασία έχει ως εξής: Ο αναγνωστικός όχλος πατάει την ένδειξη 'Μου αρέσει' σε γνωστή σελίδα κοινωνικής δικτύωσης. Έτσι, παρακολουθεί τις δημοσιεύσεις του φορέα. Ο φορέας εκδίδει νέα συλλογή ή μια νέα έκδοση έστω. Κοινοποιεί την είδηση και παράλληλα εξαγγέλλει διαγωνισμό. Συνήθως θέτει μια ερώτηση που ο όχλος πρέπει να απαντήσει κάτω από τη δημοσίευση. Η σωστή απάντηση δίδεται και έτσι όλοι οι υπόλοιποι την αντιγράφουν με παραλλαγμένα λόγια. Έτσι, απαντώντας σωστά μπαίνουν στην κλήρωση. Μετά από κάποιες μέρες ανακοινώνεται ο νικητές ή οι νικητές και παραλαμβάνουν το έπαθλο από τον οικείο φορέα.
Σε μια τέτοια διαδικασία κέρδισα και εγώ. Ο ίμερος που μου δημιουργήθηκε για τον Ίψεν, πληρώθηκε από κάποια ανώτερη δύναμη. Δεν μπορεί να εξηγηθεί αλλιώς το γεγονός πως ανακαλύπτοντας τον Νορβηγό δραματουργό έπεσα με τα μούτρα να τον περαιώνω αναγνωστικά, έχοντας μάλιστα τόσο μεγάλο πόθο για το έργο του, που ορκίστηκα στον εαυτό μου πως θα πήγαινα μέχρι και θέατρο να δω παράστασή του, παρά το γεγονός πως νιώθω εξαιρετικά αμήχανα και άβολα στα θέατρα για προσωπικούς λόγους. Λόγοι που έχουν να κάνουν ξεκάθαρα με τη μικρή ανοχή μου στο γεγονός πως αυτό που διαδραματίζεται ενώπιον μου είναι πλαστό. Έτσι στην αναγγελία του εκδοτικού οίκου πως θα εκδώσει τα Άπαντά του, και παράλληλα προκηρύσσει διαγωνισμό με έπαθλο ένα τμήμα αυτών δήλωσα συμμετοχή απαντώντας ποιος ήταν ο εισηγητής του Ίψεν στην Ελλάδα. Τη στιγμή που δήλωσα συμμετοχή ένιωσα τη βαθιά σιγουριά πως θα κερδίσω, κάτι που ίσως να σημαίνει κάτι γι'αυτούς που δηλώνουν συχνά συμμετοχή σε τέτοιου είδους διαγωνισμούς. Βέβαια η σιγουριά αυτή πληρώθηκε, το γεγονός όμως αυτό αποτελεί άλλη συζήτηση, την οποία και θα ήθελα να παραθέσω σε κείμενο κάποια άλλη φορά.
Φεύγοντας από το σπίτι σήμερα το πρωί για να πάω στο εν λόγω βιβλιοπωλείο, έκανα έναν έλεγχο στην τσέπη, για να δω τι περιέχει. Επικίνδυνα πράγματα, μιας και ο καγχασμός μου με ξεπερνά κάθε φορά που δε βρίσκω τίποτα. Συνηθισμένα τα βουνά στα χιόνια, βρήκα 2 ευρώ και κάτι και αποφάσισα προτού πάρω το τρένο για κέντρο, να ελέγξω ποιες εκδόσεις του συγκεκριμένου βιβλιοπωλείου βρίσκονταν σε προσφορά. Εξευτελιστική προσφορά, για να είμαι πιο ακριβής. Φυσικά πολλή σαβούρα καταλήγει στο δίευρω και το τρίευρω, μέσα όμως σε αυτά βρίσκεις ενίοτε και καλά πράγματα τα οποία ο αναγνωστικός όχλος έφτυσε και έκρινε ως 'μη αξιόλογα' και ο φόβος της πολτοποίησης ώθησε τους εκδότες να τα σκοτώσουν σε τιμές που δεν τιμούν ούτε τον συγγραφέα, ούτε κυρίως τον εκδότη που προ κρίσεως, προ φτυσίματος κλπ κοστολογούσε το βιβλίο 500% πάνω. Πίσω στο θέμα μας, έφυγα από το τσαρδί μου, με μεγάλη χαρά μιας και βρήκα ένα βιβλίο που με ενδιέφερε. Αρχική τιμή 2 ευρώ. Νέα τιμή 1,80 ευρώ. Τελικά φτάνοντας στο βιβλιοπωλείο έμαθα πως έφτασε στα 1 και 40. Με τέτοια καθοδική τάση, είμαι πολύ αισιόδοξος πως κάποια στιγμή θα μου το χαρίσουν. Εν τέλει για να μη μακρηγορώ το βιβλίο δε βρέθηκε κι έτσι η αρχική μου χαρά μετατράπηκε σε απογοήτευση. Παρά ταύτα έλαβα στα χέρια το δώρο μου και έφυγα περιχαρής.

Προ ολίγων ημερών, πέρασα από ένα άλλο βιβλιοπωλείο στην ίδια ευρύτερη περιοχή του κέντρου της Αθήνας και ήλεγξα τα κουτιά με τα βιβλία εις προσφοράν. Ταμπελάκια 0,50-1 ευρώ, 2-3 ευρώ. Σαν τη λαϊκή ένα πράγμα. Και μέσα πλήθος βιβλίων έκδοσης δεκαετίας του '90. Βιβλία που επίσης δεν έχαιραν εκτίμησεως του αναγνωστικού όχλου και τέθηκαν σε κοψοχρονιάτικο εκτελεστικό απόσπασμα. Εκεί πήγα μπας και ξεχαρμανιάσω με τα 2 ευρώ που με έτρωγαν στην τσέπη. Μετά από μια μεγάλη περίοδο διαλογής κατέληξα σε δύο. Το δίλημμα μεγάλο και επέλεξα ενστικτωδώς αυτό που ήταν στο δεξί χέρι. Δε θέλω αναγνώστη να κρίνεις κάτι για το δεξί. Ακόμα και ο Πυθαγόρας προκρίνει τη δεξιά πλευρά του σώματος ως την πιο λογική (π.χ. δει τον δεξιον υποδείσθαι πρότερον).

Το ταξίδι της επιστροφής με βρήκε στο τρένο να ελέγχω τα νέα χαρτιά που αγόρασα και μου προσφέρθηκαν. Ένιωσα μια πληρότητα για το ταξίδι που έκανα ως το ηδύ από ζέστη κέντρο της πόλης μου. Δεν ίδρωσα, δεν πόνεσαν τα πόδια μου ως συνήθως από τη βιασύνη και τη ζέση μου να φτάνω πάντα στην ώρα μου.Έκανα μια εποικοδομητική βόλτα η οποία θα πραγματωθεί πλήρως όταν διαβάσω τα νέα αποκτήματα. Και εδώ προκύπτει η σκέψη της ημέρας.
Το χαρτί κουβαλά πάνω κάτι οικουμενικό. Κάτι εναρμονισμένο με την φύση, μιας και από αυτήν προέρχεται. Είναι κάτι πρόστυχο και προκλητικό. Κάτι που σε κάνει να επιτελείς πράγματα τα οποία δε θες. Σκέψεις, αναμνήσεις, ακόμα και την ίδια τη γραφή. Σε μια στιγμή απέραντης πλήξης, ένα χαρτί και ένα μολύβι εκεί κοντά θα σε ερεθίσουν έστω να κάνεις ακανόνιστες γραμμές, να γράψεις το όνομά σου, να βάλεις την υπογραφή σου. Οξύμωρη εικόνα, η πλήξη, η γραφή... Η βόλτα μου σήμερα με έκανε να αναθεωρήσω κάποιες βλέψεις μου. Κάποιες κοσμοθεωρίες που βασίζονται στη συσσώρευση χρημάτων για ένα καλύτερο αμάξι. Ή για τη συλλογή πακέτων άψυχων χαρτιών με σκοπό ένα δεκαήμερο σε έναν καλοκαιρινό προορισμό. Καθεμιά κίνηση συνιστά μια γραμμική πορεία με έναν αντικειμενικό σκοπό. Αν ο σκοπός νοσεί, η ζωή νοσεί.
Καλοκαίρι ήρθε. Ο αναγνωστικός όχλος θα προμηθευτεί ένα βιβλίο. Η τάση της εποχής είναι η ροζ λογοτεχνία. Ας είναι. Όσο και αν μας θλίβει αυτό, εμάς που θέλουμε να ξεχωρίζουμε από τον αναγνωστικό όχλο και αυτάρεσκα βαυκαλιζόμαστε κάτι τέτοιο, είναι μια κίνηση ελπίδας. Αγοράζεις ένα βιβλίο. Στερείσαι κάτι από το εισόδημά σου, το οποίο θα το μετουσίωνες ενδεχομένως σε κάτι ανούσιο, ανώφελο. Ας είναι. Ακόμα και η χειρότερη λογοτεχνία έχει κάτι να προσδώσει. Έστω μια καλύτερη ορθογραφία. Δεν πάει χαμένη, ακόμα κι αν είναι το τελευταίο άρλεκιν. Κάποιος αφιέρωσε χρόνο να το γράψει, κάποιος αφιέρωσε χρόνο να το διαβάσει. Κάποιος κερδίζει, κάποιος χάνει. Ή για να είμαι πιο ακριβής, κάτι κερδίζεται, κάτι χάνεται. Ας χάνεται ο χρόνος... Το μόνο μετρήσιμο μέγεθος που δεν μπορεί να δαγκώσει κανείς και δεν μπορεί per se να δαγκώσει κανέναν.