Τετάρτη 27 Αυγούστου 2014

Ανδρόγεω

Είναι η επιστροφή; Είναι το τέλος; Είναι η συνήθεια; Ομολογώ πως είχα διαγράψει ολοσχερώς από τη μνήμη μου το συναίσθημα της επιστροφής από τις διακοπές. Και ομολογώ παράλληλα, πως δεν περίμενα επ'ουδενί να το ξαναζήσω τόσο έντονα και χιμαιρικά. Είναι άλλη μια απόδειξη της περιοδικότητας και του αμείλικτου χρόνου; Ή πρόκειται για μια αντίδραση φυσιολογική και ανθρωπίνως ανθρώπινη; Ερωτήματα σχεδόν ανούσια, άυλα και αέναα. Λίγο ταράζουν τα θολά ελώδη νερά της καρδιάς που νιώθει την ξεγνοιασιά να φεύγει και το μόνο που μένει να είναι η αχλή της ανάμνησης. Μιας ανάμνησης που γεννήθηκε από την πρωτόγνωρη εμπειρία που συντάραξε τα ακόμα περισσότερο λιμνάζοντα νερά του στάσιμου παρελθόντος. Και η θαλασσοταραχή αυτή κι η τραμουντάνα, πάνω στο κρεσέντο της ευχαρίστησης, βυθίζονται πάλι στο έλος της αστικής στασιμότητας.
Ο αρχαίος ελληνικός μύθος έχει κάτι που τα κοσμικά μυθολογικά σύμπαντα στερούνται. Και το χαρακτηριστικό αυτό είναι η πρόβλεψη. Καταφέρνει να επαληθεύει ένα πάγιο χαρακτηριστικό του μύθου που είναι η διαχρονικότητα, μόνο που η ελληνική περίπτωση μετουσιώνει την ιδιότητα αυτή σε κάτι πολύ πιο πραγματικό και ουσιαστικό. Γίνεται πρόβλεψη. Γίνεται μηχανισμός που καθορίζει τον τρόπο δράσης του ανθρώπινου οργανισμού και του ανθρώπινου φαινομένου οικουμενικά. Διαμορφώνει ένα ασυνείδητο και ένα υποσυνείδητο -συλλογικό-, που όμως βρίθει εξατομικευμένης πρόβλεψης. Και για να μη βαδίζουμε μέσω της ανάγνωσης στον γκρεμό της ασάφειας θα καταλήξω εκεί που σκοπεύω δίνοντας λύση στις παραπάνω σκέψεις επικαλούμενος το μύθο της Πανδώρας. Μύθος γνωστός σε όλους. Ταιριαστό παράδειγμα στην παραπάνω σκέψη και παρακάτω θα δοθεί η εξήγηση.
Το μόνο που έμεινε μέσα στο "κουτί" όπως επικράτησε να λέμε, ήταν η ελπίδα. Η άπληστη και αδηφάγα φύση του ανθρώπου τον ώθησε να ανοίξει το κουτί αφήνοντας όλα τα θεία δώρα και αγαθά να πετάξουν μακριά. Έμεινε η ελπίδα. Και πράγματι είναι αυτό που σαν φωτεινός φάρος φέγγει μέσα στα σπλάχνα του εν άστει απομονωμένου ατόμου. Είναι η ελπίδα του μέλλοντος και της ανάκαμψης προς νέες εμπειρίες και κατακτήσεις. Είναι η υπόσχεση προς κάτι νέο και μεγαλύτερο, με σκοπό την ολοένα και μεγαλύτερη ανταμοιβή. Ανταμοιβή οποιασδήποτε μορφής, που βοηθά τον καθένα να πληρώσει τον εγωισμό του. Και εδώ είναι που βρίσκεται η πρόβλεψη του ελληνικού μύθου. Στο ότι φροντίζει η διαχρονικότητα της έννοιας της ελπίδας, να ενταχθεί σε ένα πάνθεον συμβολιστικό. Να καταταγεί ψηλότερα από οτιδήποτε στον αστερισμό των αξιών και να δώσει στο υποκείμενο να καταλάβει πολλαπλώς την αποκρυσταλλωμένη σημασία της λέξης. Να κατανοήσει σε σημείο πρωτογενούς -a priori- γνώσης την έννοια της ελπίδας. Και κατόπιν αυτής της διεργασίας, να γίνει αρωγός στην πραγματική καταπράυνση της πικρής καρδιάς που μένει κλειδωμένη στο ασθενικό αστικό σώμα, όταν αποχωρίζεται την επαρχία και την εξοχή.

Οι παραπάνω αράδες διακατέχονται από μια φόρτιση κι έναν κάματο. Και χωρίς υπερβολή γράφονται μετά από μια μακρά κυνηγετική περίοδο όπου το θήραμα ήταν η εμπειρία και ο θηρευτής ο γράφων. Ο βιότοπος όπου διεξήχθη η θήρα ήταν πρωτόγνωρος και τα θηράματα πολλά και εντυπωσιακά. Όπως όμως και ένας καλός καφές ή μια όμορφη συζήτηση, έτσι και τα φυσίγγια του θηρευτή σώνονται. Όλα τελειώνουν, όλα φθίνουν. Κι οι άνθρωποι κι οι οπώρες. Όλα στον κύκλο είναι. Όταν θέμε ματάρχονται. Α δε θέμε φεύγουν. 

Τρίτη 12 Αυγούστου 2014

Η αγωνία της αγονίας

Η αγονία των ημερών, είναι ευεργετική. Πολλάκις έχει αναφερθεί το πρόβλημα της μη-πράξης, της στασιμότητας κοινώς. Επομένως, σοφό θα ήταν να αποφευχθεί μια τέτοια νύξη. Αυτό όμως που πρέπει να λεχθεί για να συνεχιστεί το κείμενο είναι το εξής. Η αγονία, όπως αναφέρθηκε, έχει τη ζωοδότρα ιδιότητα να κινητοποιεί. Να αυτοαναιρείται παραγωγικά για να προκύψει η έρευνα για το νέο, που θα ντελαπάρει το στάσιμο καρδιογράφημα. Είναι ίσως η πρόβλεψη της φύσης, για την εξέλιξη. Ενδεχομένως, να μην είναι όλο αυτό που βιώνουμε μια ευθύγραμμη πορεία, αλλά μια τεθλασμένη γραμμή με διακυμάνσεις που χαρακτηρίζονται από την αλληλοδιαδοχή εξαιρετικά καθοδικών και αντίστοιχων ανοδικών τιμών.
Πολλά πράγματα στη ζωή είναι ανεκτίμητα. Δεν είναι συνέχεια της διαφήμισης του γνωστού τηλεοπτικού σταθμού και της γνωστής πιστωτικής κάρτας. Είναι μια πραγματικότητα. Συνήθως μάλιστα, αυτά τα ανεκτίμητα πράγματα είναι αυτά που προκαλούν μικρές θρομβώσεις σε επικίνδυνα αιμοφόρα αγγεία του ανθρώπινου σώματος. Και αναφέρομαι σε όλες αυτές τις μικρές στιγμές που ένα παγωμένο χέρι ακουμπά την καρδιά και το αίμα παύει να σαλεύει. Μία από αυτές τις στιγμές είναι η στιγμή της αναπάντεχης ανακάλυψης. Ή μάλλον για να ειπωθεί καλύτερα, της αναπάντεχης ανακάλυψης έπειτα από μια συνηθισμένη αναζήτηση. Διότι θα πρέπει κάποιος να είναι άκαρδος όταν δεν χαίρεται εκστατικά όταν εντοπίζει κάτι καλό, που ταρακουνάει τα λιμνάζοντα νερά της καθημερινότητάς του. Είτε αυτό είναι ένα βιβλίο, είτε ένα άρθρο σε μια καθημερινή εφημερίδα, είτε ένα μουσικό κομμάτι. Φυσικά, διπλή σημασία -κι αυτή τονίζεται εδώ- έχει η ανακάλυψη αυτή όταν γίνεται ξαφνικά. Όταν δεν υπάρχει καμία ένδειξη για την ποιότητά της, και η αξίνα του τυμβωρύχου χτυπήσει διαμάντι.
Και εδώ είναι που ο άνθρωπος αρέσκεται να κάνει το λάθος. Και είναι λάθος φοβερό, άξιο αποφυγής, όμως νά που το είδος μας, το πράττει σχεδόν αντανακλαστικά. Μετά λοιπόν, την ανακάλυψη του νέου, του καινούριου συνηθίζουμε να επαληθεύουμε τη λαϊκή ρήση "καινούριο κοσκινάκι μου..", κάτι σε μεγάλο βαθμό λογικό. Όμως η φύση του ανθρώπου -καθώς δε θέλω να το προσεγγίσω στενά/εθνοτικά- είναι τέτοια που πέφτει με τα μούτρα στο καινούριο. Το εξαντλεί, απομυζώντας από αυτό κάθε σταλαγματιά νέου ερεθίσματος. Έπειτα το αφήνει στην άκρη για λίγο. Όταν το ξαναπιάνει του φαίνεται ντεμοντέ, τρε μπανάλ. Το παρατάει. Μετά από πολλά χρόνια θα του προκαλέσει σχεδόν το αρχικό ερέθισμα. Όμως η επίδραση θα είναι σύντομη. Και αυτό που κάποτε έδωσε τέλος στην αγονία, αρχίζει και απορροφάται από την αμοιβάδα. Γίνεται ένα με το τίποτα, το null.

Αυτή είναι η τύχη των πραγμάτων, αυτή είναι ίσως και η τύχη των ανθρώπων. Των ανθρώπων ως συναισθηματικές οντότητες και ως φορείς ιδεών. Γνωρίζεις κάτι παραγωγικό, το εκμεταλλεύεσαι, το πετάς, παλιώνει... Είναι πάγια τακτική, δικαιολογημένη σε ένα βαθμό καθώς προσδίδει στο δράστη ικανοποίηση. Εν πάση περιπτώσει όμως, μέσα σε αυτή τη δίνη της διαδοχής νέου/φρέσκου-παρωχημένου υπάρχει κάτι που θριαμβεύει μόνιμα. Είναι η φύση. Ποτέ δεν κουράζει. Ποτέ δεν κοροϊδεύει. Μεταβάλλεται και γεννιέται εκ του μηδενός. Ίσως έτσι να βαστά το ενδιαφέρον. Ίσως έτσι να κινητοποιεί την τρίτη όραση κάνοντας τα μάτια να βλέπουν κάθε φορά, σαν για πρώτη, ένα δέντρο ή ένα λιβάδι. Είναι αυτό που δε γνωρίζει αγονία ακόμα κι αν πρόκειται για ερημικό τοπίο. Αυτό που μας τραβάει, κι αυτό που διώχνουμε διότι μάθαμε να υπακούμε στις επιταγές του αστικού "φυσικού" τοπίου. Το τελευταίο σχόλιο δεν είναι διόλου δηκτικό. Είναι μια πραγματικότητα απόλυτα σεβαστή, που συμβαίνει και πρέπει να συμβαίνει.
Πέρα από αυτά, στη δύση του κειμένου, θα προβεί ο γράφων σε μια παραίνεση. Το περιβάλλον μας, λόγω της ανικανοποίητης φύσης που ολοένα δυναμώνει, γίνεται όλο και πιο γκρίζο στα μάτια του ατόμου. Για να ακριβολογήσω, πιο μπεζ, μιας και υπάρχουν και οι λάτρες του γκρίζου -αλλά αυτό είναι άλλη κουβέντα. Η ζωή προχωρά και η ανακάλυψη ενός νέου κουβά χρώματος που σπάει αυτή την αηδία του χρώματος της μόκας πάντα είναι το κίνητρο για προέλαση. Αυτό που λείπει, είναι η υπομονή. Ας μάθουμε να μην πετάμε τον κουβά ολόκληρο πάνω στον μπεζ τοίχο της ρουτίνας. Θα γίνει μια τεράστια κόκκινη/κίτρινη/μπλε πιτσιλιά η οποία σταδιακά θα κουράσει περισσότερο, θα γίνει ένα με το μπεζ και θα κινήσει εθιστικά το κυνήγι μεγαλύτερων συγκινήσεων. Η αλυσιδωτή αντίδραση αυτών των συγκινήσεων, θα φτάσει κάποια στιγμή να αποδείξει στο άτομο πως τα πάντα είναι μάταια. Το κυνήγι αυτής της ευτυχίας είναι φαύλο. Ενώ αν αποθήκευε το νέο χρώμα που θα έσπαγε το μπεζ... Σταδιακά θα έβρισκε κι άλλο, κι άλλο, κι άλλο. Και όταν θα έκρινε πως είχε τα εφόδια θα ζωγράφιζε κάτι τον μπεζ τοίχο. Όχι αφηρημένα, όχι ακανόνιστα, όχι λαίμαργα. Το κάτι αυτό ίσως να ήταν η λέμβος που θα έφερνε τη σωτηρία.
Μα και για τους πιο απαιτητικούς θα ήθελα να το κλείσω εδώ με ένα ερώτημα, καθαρά ανθρώπινο, μακριά από "ξυλοσοφίες" όπως έλεγε ο Ντένης στο μυθιστόρημα Αναδυομένη του Γρ.Ξενόπουλου. Θα προτιμούσε κανείς να ζει με τις μικρές θρομβώσεις των στιγμιαίων ανακαλύψεων, να τις εκμεταλλεύεται ως τον κορεσμό τους και έπειτα να τρέχει για άλλες ώσπου να νιώσει τη ματαιότητα ή να ζει συλλέγοντας σταδιακά τα καινούρια αυτά κομμάτια του παζλ, αποθηκεύοντάς τα και τελικά συνδυάζοντάς τα στο βάθος του βίου ; Το εύκολο είναι το πρώτο, το δύσκολο το δεύτερο. Το τερπνόν το πρώτο, το ωφέλιμο το δεύτερο. Το ανθρώπινο το πρώτο, το υπεράνθρωπο το δεύτερο.


Δευτέρα 11 Αυγούστου 2014

Το συναπάντημα του καθρέφτη

Μια φορά γνώρισα έναν άνθρωπο. Δεν ξέρω στην πορεία αν έγινε και φίλος μου. Προσπάθησα πολλές φορές να τον προσεγγίσω και να φιλιώσουμε αλλά τα πράγματα στράβωναν κάθε φορά που φτάναμε στο παρατσάκ της ένωσης. Πριν κάνα δύο χρόνια τα βρήκαμε πολύ μπορώ να πω διότι οι περιστάσεις το έφεραν έτσι. Το ώθησαν στην ένωση -να πούμε- και σταδιακά γίναμε από απομακρυσμένα ξαδέρφια (γιατί δεν πρέπει να κρύψω πως γνωριζόμασταν εξ αίματος) πολύ καλοί αδερφικοί φίλοι. Υπήρχε μια τάση να ελέγχει ο ένας τον άλλον με έναν τρόπο ανεξέλεγκτο. Να τροχίζει τις οξείες απολήξεις του φόβου, καλλιεργώντας ο ένας στον άλλον τη σκέψη πως "καλός κι ο θάνατος". 
Τα καλοκαίρια κάναμε πολλή παρέα και ελπίζω φυσικά να εξακολουθήσουμε. Φυσικά, ο αναγνώστης έρχεται σε σύγχυση σκεπτόμενος πως η παραπάνω παράγραφος βρίσκεται σε παρελθοντικό χρόνο. Ναι, τεχνηέντως. Διότι το κείμενο αυτό θα δικαιώσει την επιλογή αυτή με το γνωστό μελοδραματισμό που διακρίνει τον γράφοντα, στο τέλος. Πίσω στο θέμα, το τελευταίο τετράμηνο άρχισα να νιώθω πως απομακρύνομαι από το φιλαράκι και τα πράγματα δεν πηγαίνουν καλά. Ίσως να είναι τα αστεία μου, ή τα πολλά λόγια. Έπειτα σκέφτηκα πως αλληλεπιδράσαμε γνωρίζοντας ο εις τα κουσούρια του ετέρου. Επομένως, "δεν είναι καιρός για δάκρυα Στέλλα". Παιδιάστικη επιλογή να χωρίσουμε μετά από τόση τριβή, και τόσο αγώνα να ενώσουμε τα υπερπόντια χωράφια μας. Κι όμως ήλθε τέλμα. 
Πολλάκις σκέφτηκα αν το προκάλεσα εγώ ή αυτός, κι όμως δε βρήκα άκρη, καθώς δικαιολογώ με μοναδικό τρόπο τον εαυτό μου όπως κάθε άνθρωπος. Από την άλλη δε, δικαιολογούσα και την επιλογή του φίλου. Σίγουρα όμως, η ψύχραιμη προσέγγιση των πραγμάτων δίνει τις απαραίτητες απαντήσεις. Και η απάντηση που αρμόζει στην προκειμένη περίπτωση είναι η εξής: Στο ερώτημα, γιατί να απομακρύνεται ο φίλος ή ο υποφαινόμενος, είναι προφανές πως πρέπει με τη μέθοδο του αποκλεισμού να φτάσει κανείς στο πρώτο αίτιο. Και η ψύχραιμη -όπως αναφέρθηκε- σκέψη απέδειξε πως τα πάντα είναι θέμα οικειότητας. Μια οικειότητα που κερδίζεται και χάνεται εν ριπή οφθαλμού. Μια οικειότητα που κατακρημνίζεται και σκοτώνει σχέσεις που αναπτύσσονται μέσα στο ίδιο κορμί. Τι να περιμένει κανείς τότε, από τις γήινες/ανθρώπινες ; 
Για να γίνει σαφέστερο αυτό προς αποφυγή παρεξηγήσεων. "Παρεξηγήσεων" όχι με την έννοια του επαρχιακού μουτρώματος αλλά με την έννοια της παρερμηνείας. Στο στάδιο της βαριάς κοινωνικοποίησης ακόμα και ο ακοινώνητος επιλέγει να διαμορφώσει επαφές έστω λίγες, και έστω σαθρές. Οι επαφές αυτές δεν πρέπει λόγω του προνομίου που έχουν, να δημιουργούν μαγνητικό πεδίο μεγαλύτερο του δέοντος. Στην ακραία περίπτωση που υπάρχει το πεδίο εξαρχής, πρέπει να υπάρξει αντισταθμιστικό μέτρο προς αποφυγή βαριάς προσκόλλησης. Οι ανθρώπινες σχέσεις είτε σε ένα σώμα, είτε μεταξύ δύο ατόμων αποτελούν πεδίο εμπορικών διαπραγματεύσεων. Ένα point system όπως έχει προλεχθεί σε παλαιότερο κείμενο. Αυτός που θεωρεί τον περιπτερά φίλο του, ή τον οποιοδήποτε επαγγελματία ως επίδοξο τραπεζίτη συναισθημάτων, αποτυγχάνει να κάνει φίλο πρώτα πρώτα τον ίδιο του τον εαυτό (αυτά περί ενός σώματος που αναφέρθηκαν παραπάνω). 

Πίσω στον προσωπικό τόνο. Εμένα ο φίλος μου ετοιμάζει βαλίτσες. Δεν ξέρω αν θα πάει να παραθερίσει ή αν θα φύγει ταξίδι. Δεν ξέρω καν αν αυτό το ταξίδι θα είναι one way ή μετ'επιστροφής. Στο χέρι μου είναι να τον πείσω -όπως και στα χέρια όλων των ανθρώπων δίδεται η option της πειθούς. Από την άλλη βέβαια, με πνίγουν οι σκέψεις της οικειότητας και της υπερβολικής άνεσης. Μάλλον αυτά θα έχουν κάνει κακό στη σχέση μας. Εν πάση περιπτώσει, αν με ακούει -που νομίζω με ακούει- θέλω να του πω πως περνάμε πολύ ωραία όταν είμαστε οι δυο μας. Μέσα σε ένα σπίτι, μέσα σε ένα σώμα, μπροστά σε μια οθόνη ή ένα βιβλίο. Μπροστά σε έναν τρίτο που η κοινωνία ονομάζει "συγγενή, φίλο, συνεργάτη, συνάδελφο κ.ά." ή ακόμα και μπροστά στον καθρέφτη, όπου οι τέσσερις μας (δυο φίλοι-δυο αντανακλάσεις) έχουμε την ευκαιρία της ενδελεχούς παρατήρησης του σώματος και του ξενιστή. 

Δεν υπάρχει ουδεμία περίπτωση ή πιθανότητα, να ικετεύσω τον φίλο αυτόν να μείνει. Ξέρω πως θα μείνει. Και το κείμενο αυτό ; Μια στιγμιαία έμπνευση εκείνων των μικρών δευτερολέπτων που νομίζει κανείς πως κλονίζεται η πίστη του. Η μεγαλύτερη πίστη του. Ο εαυτός του, η ύπαρξή του. Η ουσία του και η μορφή του. Για τα τρίτα πρόσωπα, αξίζει κανείς να κάνει θυσίες, γιατί δεν του διασφαλίζουν τη μόνιμη παραμονή. Αυτό το γεγονός από μόνο του, γεννά την αμφιβολία. Μια ζωή, ένα στερέωμα γεμάτο αμφιβολίες, είναι λόγος για δημιουργικό έναυσμα ή αιτία μεγάλων καταστροφών. Ας κληθεί ο καθείς να αντικρίσει τον καθρέφτη του. Με τον φίλο του, τον εαυτό του και τις αντανακλάσεις τους. Με άλλον έναν φίλο και την αντανάκλασή του, ο οποίος είναι ένας άλλος εαυτός. Και με έναν τρίτο, και με έναν νιοστό φίλο, όσοι όλοι οι εαυτοί του. Όταν η μάζωξη αυτή θα αβγατίσει, τότε ο ενδιαφερόμενος, ας κάνει μια μικρή σκέψη για την αξία των τρίτων. Όχι των τρίτων εαυτών.. Των άλλων.. Θα εντυπωσιαστεί με το πόσο πλήρης μπορεί να είναι μια ζωή που βασίζεται στο συναπάντημα του καθρέφτη. 

Σάββατο 2 Αυγούστου 2014

Δυισμός

Η καθεστηκυία τάξη έχει ορίσει τον Αύγουστο ως τον μήνα των διακοπών. Προσαρμόστηκε πάνω στα πλαίσια του Δημοσίου. Τα πάντα παραλύουν τον Αύγουστο, τουτέστιν και ο ιδιωτικός τομέας αναγκάζεται να ακολουθήσει. Πέραν αυτού, ιστορικά αν το δει κανείς, οι μετεωρολογικές συνθήκες ακόμα και στο πρόσφατο παρελθόν οδηγούσαν τον επίδοξο παραθεριστή στο να ζήσει το βαθύ καλοκαίρι τέλη Ιουλίου και αρχές Αυγούστου. Ο μήνας αυτός ήρθε, και το λεκανοπέδιο αρχίζει να νιώθει τα πρώτα συμπτώματα αυτής της γάγγραινας. Το πρώτο μούδιασμα που θα φέρει την παράλυση μιας ολόκληρης πόλης.
Ένα βιβλίο μιας φαντασμένης συγγραφέα από την Ιρλανδία -νομίζω- λέγεται Ο Αύγουστος είναι κακός μήνας. Αν με ρωτούσε κάποιος τα περασμένα χρόνια αν συμμερίζομαι τη γνώμη αυτή, θα έλεγα πως τίποτα δε με βρίσκει πιο σύμφωνο. Ακόμα και τότε καταλάβαινα την πλάνη μέσα στην οποία είχα πέσει, ωστόσο έπρεπε να φτάσω στο 2014 για να συνειδητοποιήσω βαθιά πως ο Αύγουστος είναι κομβικός μήνας, κάτι που δεν τον καθιστά καλό αλλά σε καμία περίπτωση κακό. Ένας καθηγητής στη σχολή σε μια ανύποπτη στιγμή είπε: "Ήρθε και το καλοκαιράκι. Θα πάτε και για μπάνια όταν τελειώσουμε. Μακάρι να διαβάζετε και τίποτα. Αν και πού να διαβάσεις ; Το καλοκαίρι έχει μια νωθρότητα που κάνει και το μυαλό να βράζει, να νεκρώνεται". Κανένα άδικο. Είναι μια διαπίστωση που ο έχων λίγη νοημοσύνη, μπορεί να προβεί. Και αυτό ακριβώς είναι, που σε συνδυασμό με το κλίμα του μήνα αυτού, τον κάνει να είναι κομβικό σημείο της χρονιάς.

Ο Αύγουστος κλιματικά ξεφεύγει από το καθαρόαιμο καλοκαίρι. Είναι ο μήνας των άκρων όσον αφορά το θέρος. Αγγίζει θερμοκρασίες και ξηρότητα, που ακόμα και ο Ιούλιος θα ζήλευε, και παράλληλα τα υγρά βράδια του και οι ξαφνικές αδιαθεσίες του συναγωνίζονται την απροσδιοριστία του Μαρτίου. Μια τέτοια αλλοπρόσαλλη συμπεριφορά προφανώς κινητοποιεί σιγά-σιγά τον νωθρό και αποχαυνωμένο από τη ζέστη άνθρωπο, και τον βάζει σε παραγωγικούς φθινοπωρινούς και χειμερινούς ρυθμούς. Τον ξυπνά από το λήθαργο της θερινής ναρκοληψίας που περιλαμβάνει αντιπαραγωγικότητα, παγωτά, και μπάνια στη θάλασσα για τους προύχοντες. Έτσι, με ένα καλοκαίρι να οδηγείται στο τέλος του, ο άρτι αφυπνισμένος νους αρχίζει να κάνει την αποτίμηση, ίσως μερικές φορές πρόωρα, μιας και δεν έχει πάει ακόμα διακοπές, ή δε θα πάει κάν κάπου για διακοπές, ή δε θα κάνει καν διακοπές.
Παράλληλα κανείς δε θα μπορούσε να αμφισβητήσει το γεγονός πως η σχολική νόρμα εντάσσει το μυαλό στο να λογίζει την χρονιά ως σεζόν. Και η σεζόν ξεκινάει το Σεπτέμβρη. Το καλοκαίρι και δη ο Αύγουστος, πρόκειται για ένα χρονικό σημείο στο οποίο το άτομο ή και ο άνθρωπος (έχουν εξηγηθεί οι διαφορές παλιότερα) προετοιμάζονται για μια νέα σεζόν θέτοντας στόχος (ή και όχι). Εν πάση περιπτώσει όμως, έχουμε να κάνουμε με μια περίοδο αναπροσαρμογής στο παραγωγικόν, ξεφεύγοντας από την παραθεριστική μανία, που αγγίζει τα όρια του παροξυσμού.

Δεν ξέρω αν το γλυκύ κλίμα, η αναμονή της περιόδου παραγωγικότητος ή κάτι άλλο είναι αυτά που κάνουν το υποκείμενο να λογίζει τον Αύγουστο ως κάτι το αξιοσημείωτο. Προσωπικά, για να κλείσει αυτό το κείμενο, νιώθω τον Αύγουστο σαν φίλο. Το ένδοξο όνομά του και το χρώμα που του ταιριάζει (που είναι αδιαμφισβήτητα το χρυσό) τον κάνουν να αναβλύζει από τις πηγές του, μικρά ρυάκια μελαγχολίας και ελπίδας. Είναι ο μήνας των ετερόκλητων στοιχείων. Της καλλιέργειας της μοναχικότητας και της συλλογικότητας. Καλύπτει τις ανάγκες όλων των ομίλων της κοινωνίας. Είχαμε μια έντονη σχέση για πολλά χρόνια. Αγάπη και μίσος. Ένα μίσος (ξεκινώ ανάποδα ετοιμάζοντας το κειμενικό κρεσέντο) το οποίο απέρρεε από τη θέλησή μου να εγκαταλείψω για λίγο καιρό την πόλη που αγαπώ όσο τίποτα αλλά με τρώει. Μια αγάπη, γιατί μου έδινε την ευκαιρία να μένω σε μια εγκαταλελειμμένη πολιτεία η οποία με ανάγκαζε να την ξαναδώ με νέα μάτια σαν τρίτος. Να αγαπώ αυτό που με τρώει, και δεν είναι τίποτα άλλο από την κατ'επιλογήν μοναχικότητα μέσα σε μια συλλογικότητα. Το εγώ, μέσα στο όλον της πόλης.

Φέτος θα απογοητεύσω τον Αύγουστο και θα έρθω σε μια πρωτοφανή ρήξη με τις προσδοκίες του. Εάν δεν παρουσιαστεί κάτι παρά προσδοκίαν, θα τον ακολουθήσω στις υποσχέσεις που δίνει και θα εγκαταλείψω την πόλη για λίγο καιρό. Ίσως κάτι τέτοιο να βοηθήσει, ίσως και όχι. Η σημασία όλη ρίχνει το βάρος της στην φυγή. Μια φυγή όχι από την πόλη τόσο πολύ, όσο από τον Αύγουστο και ο,τι κουβαλάει. Το σώμα θα είναι κάπου και θα παραθερίζει. Αυτό που μπορώ να εγγυηθώ στον Αύγουστο είναι πως το μυαλό θα είναι πάντα στην μοναχική περιπλάνηση της ερημωμένης σαν από πόλεμο πρωτεύουσας.