Παρασκευή 25 Απριλίου 2014

En attendant Godot

Στο έβγα των διακοπών της Λαμπρής. Σε κάποιες μέρες, η ψευδαίσθηση πως διανύουμε ακόμα εορταστική περίοδο παύει. Ακόμα κι αν εργάζεσαι ή σπουδάζεις ή εν πάση περιπτώσει ασχολείσαι με κάτι, πάντα η ψυχολογική διακύμανση χαρακτηρίζεται ανάλογα με τα ορόσημα που τίθενται κατά τη διάρκεια του έτους. Έτσι έχουμε την αναμονή, την υλοποίηση και την επαναπροσαρμογή. Μπορεί ο καθένας εύκολα να καταλάβει η κάθε φάση σε ποια περίοδο αντιστοιχεί. Η συνολική αυτή όμως ανάγκη και τάση του ανθρώπου, γιατί συμβαίνει ;
Ίσως, θα μπορούσε να πει κάποιος, πως όλα αυτά, είναι μικρά επεισόδια στη γενικότερη αναμονή του θανάτου που ορίζει όλη τη ζωή. Ναι, όμως, θα έλεγε κάποιος άλλος, δεν περιμένουμε με εγκαρτέρηση το θάνατο. Ποτέ δεν ξέρεις, θα έλεγε στο σημείο αυτό ένας τρίτος. Όπως και να'χει, η συζήτηση αυτή είναι ατέρμονη δεδομένου πως ο καθένας θα μπορούσε να δικαιολογήσει διαφορετικά για τον εαυτό του τη στάση του απέναντι στον χρόνο και τα ορόσημά του. Το χρήσιμο συμπέρασμα είναι, πως το άτομο ζει για να περιμένει. Να βρίσκει ευκαιρίες για ανάσες ακόμα κι αν δεν τις χρειάζεται. Ασφαλώς, αυτός που δεν τις χρειάζεται δεν τις αξιοποιεί κατάλληλα, όμως ακόμα κι αυτός, ζει αναμένοντας.
Τα κρύα βράδια του χειμώνα φαίνεται πως πέρασαν. Ο αθηναϊκός καιρός δεν ξέρουμε τι επιφυλάσσει ακόμα από εκπλήξεις. Χορτάσαμε σκαμπανεβάσματα. Καθώς φαίνεται πάντως, οι γλυκιές νύχτες έφτασαν. Τα ανοιξιάτικα βράδια που ακόμα κι ο πιο αρνητικός άνθρωπος δεν μπορεί να αρνηθεί πως είναι ειδυλλιακά. Είτε στην πόλη είτε στην επαρχία. Στην πόλη ίσως να έχουν και παραπάνω αξία, γιατί είναι στοιχεία που χορεύουν κι αυτά μαζί με την αναμονή που προαναφέρθηκε.
Το καλοκαίρι θα είναι μακρύ και κατά πάσα πιθανότητα βάρβαρο και κουραστικό για όσους μείνουν πίσω και φυλάνε Θερμοπύλες στα πανεπιστήμια της σήψης και της ντροπής, μιας χώρας που εκ των έσω επέλεξε να χάσει κάθε ιδιαιτερότητα και κάθε ταυτότητα στο βωμό μιας μονομορφοποιητικής λαγνείας. Ας φυλάξουν αυτές τις έρμες Θερμοπύλες όσοι μπορούν και όσοι θέλουν. Οι υπόλοιποι θα καταναλώσουν λίγο παραπάνω αέρα από τον ήδη λίγο και μολυσμένο του λεκανοπεδίου. Και μεταξύ μας, δε θα ήθελα κανείς να μου κλέψει τον μολυσμένο μου αέρα. Είναι μια επιλογή που οφείλει ο καθένας να κάνει. Αν θα σταθεί στο "μολυσμένος" ή στο "δικός μου".


Πέμπτη 17 Απριλίου 2014

Πλάτων, Ευθύφρων

Τι είναι ευσεβές και τι ασεβές ; Τι είναι η ευσέβεια και τι ασέβεια γενικότερα ;  Ζήτημα φαινομενικά απλό, συνάμα σύνθετο όπως έρχεται να μας δείξει ο Πλάτωνας καταγράφοντας τα λόγια του πατέρα της σκέψης, Σωκράτη. Μια ωραία μέρα ο Σωκράτης καθήμενος στη Βασίλειον Στοά, όπου έδρευε η υπηρεσία προανάκρισης για ζητήματα ασέβειας, λίγο καιρό αφού του αποδόθηκε η κατηγορία για διαφθορά των νέων, συναντά τον Ευθύφρονα, οιωνοσκόπο και σοφό, που έσπευδε να καταθέσει μήνυση κατά του ίδιου του του πατέρα, για τη δολοφονία ενός δούλου.
Ο Σωκράτης αδράττει την ευκαιρία, αφού μαθαίνει τους σκοπούς του Ευθύφρονα, να εκμεταλλευτεί τις γνώσεις του, για να επωφεληθεί αποσαφηνίζοντας τι εστί ασέβεια και τι ευσέβεια. Ο Ευθύφρων, πρόσχαρος τίθεται στη διάθεση του σοφού γέροντα, πρόθυμος να τον βοηθήσει. Αναλαμβάνει λοιπόν, το δύσκολο έργο της συνομιλίας με τον πατέρας της μαιευτικής και τον μεγαλύτερο μάγο των επιχειρημάτων. Η πρώτη του θέση, καταρρίπτεται μέσω της σωκρατικής αμφισβήτησης, που χρωματίζεται από μια απαράμιλλη ειρωνεία που τσακίζει κόκαλα. Ο μάντης προοδευτικά αλλάζει 5 φορές την τοποθέτηση του πάνω στον απόλυτο ορισμό της ευσέβειας ώσπου παραιτείται τελικά προφασιζόμενος ότι έχει κάποια δουλειά.
Η πρόοδος της συζήτησης αποδεικνύει πολλά πράγματα. Αρχικά, όσον αφορά με την ιδιοσυγκρασία των ομιλητών, έχουμε από τη μια πλευρά τον γνωστό σε όλους Σωκράτη, με όλα τα ιδιάζοντα χαρακτηριστικά της διάνοιάς του. Ειρωνεία, παρεκβάσεις, παραδοξότητες, αρκετές επαναλήψεις στο λόγο του, με σκοπό την εμπέδωση. Παραδείγματα απτά, και προσπάθεια να οδηγήσει τον ομιλητή του στα μέτρα του, σαν άλλος Προκρούστης, ενώ συνάμα να τον υποχρεώσει να φτάσει σε θέσεις εκ διαμέτρου αντίθετες με την αρχική του. Στον παρόντα διάλογο, δε θα μπορούσαμε να πούμε πως τον οδηγεί σε αντίθετη διατύπωση, μιας και ο διάλογος λήγει άδοξα, παρόλ'αυτά βλέπουμε πως ο μεγάλος φιλόσοφος, χειραγωγεί τη σκέψη του έτερου σοφού Ευθύφρονα. Από την άλλη πλευρά, ο μάντης φαίνεται να είναι βέβαιος για το ζήτημα της ευσέβειας, κρίση που τελικά καταρρίπτεται. Σε αρκετά σημεία, θα μπορούσαμε να πούμε (πάντα με γνώμονα το αρχαίο κείμενο) πως ο μάντης απλώς υπάρχει σαν φυσική παρουσία στο διάλογο, δεχόμενος σχεδόν δουλικά τις κρίσεις του Σωκράτη. Όποτε εκφέρει άποψη, ενισχύει τη ρήση του τελευταίου, ή ζητά περισσότερες διευκρινίσεις. Με ασφάλεια θα λέγαμε πως σε αρκετά σημεία του διαλόγου, ο Σωκράτης φαίνεται να κρατά με τη βία το ενδιαφέρον του συνομιλητή του, που σαστισμένος πια, έχει χάσει την όρεξη να συνδιαλλαχτεί αυτό το τέρας ορισμού και σοφίας.
Παράλληλα, οι απόψεις που εκτίθενται στο εύρος του διαλόγου σηματοδοτούν και τη στάση του καθενός από τους ομιλητές απέναντι στο προς πραγμάτευση ζήτημα. Ο Ευθύφρων εκπροσωπεί μια παραδοσιακή αντίληψη για την ευσέβεια, οριοθετώντας την στο politically correct, μπερδεύοντας την ηθική, με την θρησκευτική λατρεία, μέσα σε ένα πλαίσιο δικαιοσύνης. Ο Σωκράτης, δεν μπορεί να ανεχτεί αυτή τη γενίκευση, και για το λόγο αυτό πυροδοτεί μια σειρά από ερωτήματα για να αποσαφηνίσει τελικά την έννοια της ευσέβειας. Αυτός με τη σειρά του, εκπροσωπεί τη νεωτεριστική αντίληψη περί γνώσης σε πρώτη φάση, θέλοντας διακαώς να ορίσει, και σε δεύτερο πλάνο επιδιώκει να φωτίσει τη νέα τάση που ανάγει το θείο στην σφαίρα του αγαθού. Επίκαιρη τοποθέτηση του, μιας και όπως προαναφέρθηκε, ο διάλογος αυτός πραγματοποιήθηκε την περίοδο της δίωξής του. Σχετικά με τη μακροσκοπική στάση απέναντι στο θείο, δε θα μπορούσαμε να βρούμε διαφορές ανάμεσα στους δύο ομιλητές. Τόσο ο Σωκράτης όσο και ο Ευθύφρων, φαίνεται στα λόγια τους να θεωρούν το Δία και τους λοιπούς, ως τη νομοτελειακή αρχή. Ενδεχομένως φυσικά, η αναφορά στα θεία από το Σωκράτη, να γίνεται προς όφελος της συζήτησης, όμως δε θα μπορούσαμε να είμαστε σίγουροι σε μια τέτοια θέση, μιας και ο φιλόσοφος παρά τις κατηγορίες που του αποδόθηκαν, έδειχνε να αποδέχεται την καθεστηκυία κατάσταση τόσο νομοθετικά όσο και θρησκευτικά.
Ένα ζήτημα επίσης που μπορεί να μας απασχολήσει στα πλαίσια αυτού του πολύ σύντομου σχολιασμού, επιλογικά, είναι το ζήτημα του κατά πόσον ο διάλογος αυτός μπορεί να θεωρηθεί πλήρης. Σίγουρα σε μια πρώτη ανάγνωση θα μπορούσε κανείς να κρίνει πως ο διάλογος δεν πετυχαίνει τους στόχους του, και πως διακόπτεται πολύ απότομα. Το γεγονός της έκτασής του και του σκηνοθετικού του πλαισίου, βέβαια, δε θα έπρεπε να λειτουργεί ως ανασταλτικός παράγοντας στην εκφορά μιας κριτικής που τον καθιστά ελάσσονα ή ανίκανο να πετύχει το σκοπό του. Η σκηνοθεσία άλλωστε επιλέγεται από τον Πλάτωνα, που έντεχνα αποφασίζει να μεταφέρει τα λεγόμενα του δασκάλου του, όσο το δυνατόν πληρέστερα έχοντας κατά νου και την αισθητική λειτουργία. Δύο σημεία θα πρέπει να ληφθούν σοβαρά υπόψιν. Πρώτο είναι αυτό, στο οποίο τελικά ο Σωκράτης διαμορφώνει ένα προσχέδιο του ορισμού της ευσέβειας. Σύμφωνα με αυτό η ευσέβεια είναι μια εμπορική πράξη, στην οποία τελικά διαμορφώνεται το δίπολο δούναι και λαβείν. Ο μόνος ευεργετημένος είναι ο άνθρωπος, καθώς οι προσφορές του στους θεούς, λίγο ωφελούν τους τέλειους και ολοκληρωμένους κατοίκους του Ολύμπου. Μια εμπορική συναλλαγή λοιπόν. Δεύτερο σημείο που πρέπει να σταθεί κανείς είναι η ξαφνική αποχώρηση του μάντη. Άραγε κουράστηκε από τον φλύαρο πλην ευφυή Σωκράτη ή πείστηκε για τη διαφορά του ευσεβούς και του θεοφιλούς και αποφάσισε να αποσύρει τη μήνυση προς τον πατέρα του ;
Εφόσον, σκεφθούμε καλύτερα τα δύο αυτά σημεία, μπορούμε κάλλιστα να απορρίψουμε κάθε θέση που υποστηρίζει πως ο διάλογος είναι ημιτελής ή χωρίς χρηστική φύση, αφού δεν βρίσκει το τέλος του. Ο Πλάτων, δεν αφήνει τίποτα στην τύχη του, και φροντίζει να λάβουμε τα λόγια του Σωκράτη πιστά μεν, με δικούς του χρωματισμούς και εξωραϊσμούς δε. Ο διάλογος με τον Ευθύφρονα, φωτίζει πλευρές του μεγάλου διανοητή, και φανερώνει με απλό και καθημερινό σχεδόν τρόπο, το πόσο φυσικό ήταν για τον Σωκράτη να εξασκεί τη σοφία του, αρπάζοντας κάθε ευκαιρία που εμφανιζόταν στο διάβα του.

ΥΓ. Το κείμενο Πλάτωνος Ευθύφρων μπορεί κανείς να το διαβάσει από πρωτότυπο και μετάφραση στον παρακάτω σύνδεσμο: http://mikrosapoplous.gr/plato/euthyphron/1.html

Τετάρτη 16 Απριλίου 2014

Fatigué

Τα άτομα που συναναστρεφόμαστε σε μεγάλο βαθμό καθορίζουν και το κατά περίσταση iq μας. Το iq κυμαίνεται και αυξομειώνεται ανάλογα με την ψυχολογική κατάσταση, την ώρα της ημέρας, την σωματική κούραση και άλλους παράγοντες που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν -κατά βάση- ανασταλτικά. Μια λογική σκέψη επομένως είναι πως μέσα σε αυτά που μπορούν να επηρεάσουν την νοημοσύνη μας είναι και η παρέα μας. Προσωρινά και παροδικά, εννοείται, αλλά όπως και να'χει την επηρεάζουν.
Η παρέα, ορίζεται εδώ ως κάτι το γενικευμένο. Ως η συντροφιά ας πούμε, επομένως δεν περιορίζεται μόνο σε φίλους, γνωστούς ή απλώς σε συνδαιτυμόνες και λοιπούς παριστάμενους. Ο κοινωνικός περίγυρος για να είμαστε και πολιτικά ορθοί, θα λέγαμε. Ο συγχρωτισμός με πρόσωπα μπορεί να φέρει προφανώς θετικά και αρνητικά αποτελέσματα στη διαμόρφωση του "κατά περίσταση" iq. Παρόλ'αυτά, η εντύπωση μου είναι πως μόνο την κατιούσα μπορεί να πάρει ο δείκτης νοημοσύνης. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του, επιδιώκει να συναναστρέφεται άτομα αντίστοιχης νοημοσύνης ή ανώτερης. Ωστόσο η ζωή τον υποχρεώνει να συγχρωτίζεται με μονάδες που απέχουν συντριπτικά από το iq του. Η διάσταση ανάμεσα στους εγκεφάλους τους, αποβαίνει μοιραία για το κατά περίσταση iq, μιας και ο σκεπτόμενος ανώτερος, μπαίνει στη διαδικασία να καθοδηγηθεί η σκέψη του από κάποιον εξαιρετικά κατώτερό του. Παράλληλα, αν και έχει το δικαίωμα να μπει αυτός σε θέση οδηγού, δεν το κάνει, μιας και σε περίπτωση που πράξει κάτι τέτοιο η συνεννόηση καθίσταται αυτόματα εξαιρετικά δύσκολη.
Αναφέρθηκα παραπάνω, σε αυτόν που επιδιώκει να συναναστρέφεται άτομα αντίστοιχης νοημοσύνης ή ανώτερης. Ο σκεπτόμενος άνθρωπος που πραγματικά σέβεται τον εαυτό του, επιλέγει το να μένει μόνος. Δεν είναι εγωιστική στάση, ούτε αποστασιοποίηση. Είναι η μεγαλύτερη ένδειξη ανθρωπισμού. Ο έξυπνος άνθρωπος διαδραματίζει δύο ρόλους. Ο πρώτος είναι ο σάκος της πυγμαχίας. Βάλλεται από τον άμεσο περίγυρό του, ως κατά φαντασίαν ανώτερος, και σαν μια ένδειξη άμυνας, οι υπόλοιποι του επιτίθενται για να χρυσώσουν το χάπι της κατώτερης τους ύπαρξης. Ο δεύτερος είναι ο ρόλος του καλλιεργητή του κόμπλεξ κατωτερότητας. Χωρίς να το θέλει, οι κινήσεις του και τα λεγόμενά του είναι τέτοια, που οι συνομιλητές του, μη ευρισκόμενοι σε θέση να τα αντιληφθούν υιοθετούν το όπλο της ειρωνείας για να λοιδορήσουν την ενδεχομένως ανώτερη φύση του αναφερόμενου.
Στην πρώτη περίπτωση, αυτοί που επιτίθενται στο σάκο του μποξ, έπειτα νιώθουν τύψεις και κατηγορούν τον εαυτό τους γι'αυτή τους τη μικροπρέπεια. Στη δεύτερη περίπτωση, το κόμπλεξ αυτό μπορεί να τους οδηγήσει σε βαθιές και θλιβερές σκέψεις σε σημείο που να μη νιώθουν άνετα με τον εαυτό τους σε υπερθετικό βαθμό. Έτσι, λοιπόν, ο σκεπτόμενος άνθρωπος οφείλει να αποτραβηχτεί. Να μείνει μόνος και να συνεχίσει να πλάθει τη ζύμη της ύπαρξής του, και την εκμετάλλευση της νοημοσύνης του, χωρίς να χαραμίζεται σε μικρότητες και να θέτει τον εαυτό του ως ανδρείκελο στις ορέξεις τρίτων.


Κυριακή 13 Απριλίου 2014

Dispersés par le vent

-Τόσα πολλά γύρω μας, και πάντα όλα μας αιφνιδιάζουν. Δε μας εντυπωσιάζουν. Μας αιφνιδιάζουν. Ο αιφνιδιασμός είναι ίσως η μισή νίκη, κι αν πράγματι ισχύει αυτό τότε σημαίνει πως νικήσαμε ; Η ζωή είναι ένα τυχερό παιχνίδι, όπου αυτός που ποντάρει λιγότερο απ'όλους κερδίζει. Η πραγματικότητα είναι μια άσχημη γυναίκα με εξαιρετικό μακιγιάζ, που γερνάει νωθρά και υποβάλει σε μαρτυρική δοκιμασία ο,τι περιέχεται σε αυτήν.

-Ατυχώς ζούμε. Πεσιμιστικά προσεγγισμένο, αν και θα μπορούσε να πει κανείς, πως τυχαία ζούμε, ισοδύναμο με το προλεχθέν. Η δύναμη του νου να πλάθει δυνητικά σκηνικά μέσα στο μάτριξ της καθημερινότητας υπερθεματίζει τη θέση αυτή. Ανά πάσα στιγμή υπάρχουν χιλιάδες δυνητικές περιστάσεις που θα μπορούσαν να πατήσουν το off στο τηλεχειριστήριο της ζωής. Τόσο απλά και αέρινα. Τόσο εύκολα και αναίμακτα. Τόσο ασήμαντη κουκκίδα στο σύμπαν. Τόσο ανώφελη για το παρόν ύπαρξη.

-Καμιά φορά δεν χρειάζεται να τοποθετηθεί το πτώμα στο φέρετρο. Μπορεί να κυκλοφορεί όρθιο. Να μην το υπολογίζει κανείς και να του συμπεριφέρεται πραγματικά με το τακτ, που αρμόζει σε έναν νεκρό. Τι πιο τιμητικό από το να φέρεσαι κατά τα αρμόζοντα στο νεκρό κοιτώντας τον στα μάτια ; Τι πιο εύκολο και σκληρό, θα συμπλήρωνα. Στο αχανές ατελεύτητο διάστημα, υπάρχουν στιγμές. Μικρές λάμψεις που η σκέψη απομονώνει και τις γεμίζει με υγρά, ευχάριστα ή δυσάρεστα, όξινα ή γλυκά. Στις στιγμές αυτές κλείνονται αιώνια κάποιες, που μια τυχαία ύπαρξη έμεινε εντελώς μόνη από προσοχή και συντροφιά. Νεκρώθηκε προσωρινά. Πόσο πιο μάταιη θα μπορούσε να γίνει η πλάση όταν στιγμές που συναπαρτίζουν το διηνεκές του χρόνου περιέχουν τέτοια ασημαντότητα ; Πόσο πιο σκληρή θα μπορούσε να γίνει η αλήθεια ;

-Σκοτώνουμε μέρα με τη μέρα το 'εμείς' και κλεινόμαστε σε ένα 'εγώ' που είναι κενό. Παρουσιάζεται επομένως τεράστιο πρόβλημα αναντιστοιχίας στόχου και μέσου. Το μέσο επίτευξης είναι μνημειώδες κι ανθρώπινο. Η εγωπάθεια. Ο στόχος πάσχει, καθώς δεν πληρώνεται η εγωπάθεια όταν το 'εγώ' νοσεί. Η κατασκευή ενός συγκροτημένου 'εγώ' που θα αξίζει τα λεφτά του, ενδεχομένως να φωτίσει περισσότερο τη στροφή προς το εσω-. Ειδάλλως καταλήγουμε στο να διαψεύδουμε την φύση μας, και να συνεχίζουμε να ορίζουμε λάθος τον ανθρωπισμό, ρίχνοντας το βάρος σε ένα 'εμείς' που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να μεταβάλει την προβληματική φύση του.

ΥΓ. Η παρούσα ανάρτηση αποτελεί ξεκάθαρα ένα 'τίποτα'. Για να το εξαντλήσω, θα έλεγα πως αποτελεί ένα 'σημαντικό τίποτα'. Η περίοδος που πέρασε αποτέλεσε σημαντική πηγή κόπωσης σωματικής όχι όμως πνευματικής, μιας και απεδείχθη προς τον γράφοντα πως η σκληρή δουλειά αποδίδει. Μια σκληρή δουλειά που πρέπει να γίνεται, για να επαληθεύεται η σπισιστική άποψη, της ουράνιας ανάληψης του ανθρώπου ως είδος -κι όχι ως μονάδα- πάνω από κάθε άλλο είδος, που δεν μπορεί να θέσει τον εαυτό του σε λειτουργία 'εγω'/'εμείς' για να εξυπηρετήσει συμφέρον στιγμής, παρά μόνο ένστικτο. Οι μέρες για την Ανάσταση μετρούν ανάποδα. (Ο αναγνώστης είναι ελεύθερος να λάβει αυτή τη λέξη όπως θέλει). Εμείς θα τα λέμε συχνότερα.

Κυριακή 6 Απριλίου 2014

Βαλβίδα

Υπό πίεση μπορούν να γίνουν όλα. Χαλαρά και λάσκα καμία βίδα δεν κράτησε το παξιμάδι της, ούτε στέριωσε η κατασκευή της. Ενώ, κάτω από πίεση παραπάνω από μιας ατμόσφαιρας ο ανθρώπινος νους ενεργοποιείται και μπορεί να μεγαλουργήσει. Το ζήτημα είναι πως για να γίνει αυτό, ο κάθε νους επινοεί ταχυδακτυλουργικά τρίκς για να αποσυμπιέζει που και που τη βαλβίδα.
Τα τεχνάσματα αυτά είναι πάμπολλα. Ο καθένας βρίσκει το αποκούμπι του στα πιο απίθανα πράγματα. Κάποια από αυτά μάλιστα, καταναλώνουν τόσο χρόνο που τελικά ο νους αυτός, αναλώνεται σε αυτά και αποσπάται ολοκληρωτικά από τον υπό πίεση στόχο. Στην προκειμένη περίπτωση δεν ξέρω αν είναι μεμπτό κάτι τέτοιο. Προσωπικά θα έλεγα, πως αν αυτό που καταναλώνει τόσο χρόνο, πληρώνει τον νου τόσο υλικά όσο και ηθικά/πνευματικά, τότε δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα. Ο αρχικός στόχος δεν ήταν στόχος αλλά καταπίεση. Επεκτείνοντας λίγο τη σκέψη, αν το αποκούμπι φέρνει υλικό κέρδος, τότε μπορεί να γίνει επάγγελμα. Τεράστια η συζήτηση για το αν πρέπει να κάνουμε το αποκούμπι/χόμπι/δημιουργική ασχολία μας επάγγελμα, αλλά δεν είναι επί της παρούσης.
Πίσω στα τεχνάσματα. Το αναφερόμενο πρόσωπο που δρα υπό πίεση κερδίζει χρόνο. Κερδίζει υπερβολικό χρόνο τόσο επειδή καταφέρνει να διεκπεραιώσει εργασίες σε σύντομο χρονικό διάστημα, όσο και επειδή διαμορφώνει αντισώματα για μετέπειτα στιγμές που θα χρειαστεί να αντιδράσει τοιουτοτρόπως. Ο πραγματικός χρόνος της ζωής του επιμηκύνεται, καθώς η εγκεφαλική του ηλεκτρονική δομή, γυμνάζεται και έτσι δεν χρειάζεται να αναλώνει όσο χρόνο αφιερώνουν οι υπόλοιποι, για την επίλυση απλών ή και σύνθετων καθημερινών προβλημάτων. Στην περίπτωση δε, που αποφεύγει τις πρόχειρες λύσεις, τότε όλη αυτή η πίεση και το άγχος που τη συνοδεύει, ωφελούν διπλάσια το νου και τον κάνουν το απόλυτο εργαλείο για μια άνετη ζωή.

Το παν είναι η αποσυμπίεση της βαλβίδας. Για κάποιον είναι ο φιλοτελισμός, ενώ για άλλον κάποια συλλογή. Για έναν τρίτο το να περπατάει ενώ για έναν τέταρτο να τεμπελιάζει. Για τον τάδε να διασκεδάζει σε χώρους μαζικής κατανάλωσης ενώ για το δείνα να προσλαμβάνει ψυχοτρόπες ουσίες. Όλα δεκτά. Όλα κατανοητά. Όλα, εν μέρει, σεβαστά.

Κι αν βλέπεις τον εαυτό σου να ανήκει σε αυτούς που δεν μπορούν να δρουν υπό πίεση, τότε καλύτερα να συμβιβαστείς με το μέτριο. Καλύτερα κάτι να είναι κακό, παρά μέτριο. Μέτριο. Κι εσύ είσαι μέτριος. 

Τρίτη 1 Απριλίου 2014

Έρρωσθε και ευδαιμονείτε

Σήμερα γιορτάζω. Δε θυμάμαι καλά την ηλικία μου, γιατί οι ομοειδείς μου με αποσπούν συνεχώς με ηλίθιες παρεμβολές στη συχνότητα του ομολογουμένως αξιέπαινου εγκεφάλου μου. Έτσι τα χάνω που και που αλλά μετά επανέρχομαι. Είμαι πρωτεύον ζώο και αν και θα έπρεπε ταξονομικά να εντάσσομαι στο ζωικό βασίλειο, έχω το αυτοδίκαιο να αυτοπροσδιορίζομαι. Ίσως αυτή να είναι η ουσιαστική διαφορά μου από τα υπόλοιπα ζώα. Αυτοπροσδιορίζομαι και εκμεταλλεύομαι τον αντιτακτό μου αντίχειρα με παραγωγικό τρόπο.
Είμαι ποικιλόμορφο ως προς τα χαρακτηριστικά μου τόσο τα ανατομικά όσο και τα ψυχικά. Μπορώ να είμαι ψηλός και κοντός, χοντρός και λεπτός, αλλά και χαζό και έξυπνος, και συναισθηματικός και λογικός. Μπορώ να ζηλεύω και να αγαπάω, να μισώ και να ευεργετώ. Μπορώ να κουράζομαι και να κοιμάμαι όποτε θέλω, ή να καταπιέζομαι από ομοειδείς μου και ο ύπνος να είναι πολυτέλεια ενώ η κούραση ρουτίνα. Μπορώ να γελάω και να κλαίω, ακόμα και για αντίστροφα συναισθήματα. Μπορώ να αρρωσταίνω και να υγιαίνω, χωρίς να πεθαίνω. Μπορώ να ζω αιώνια όταν κάνω κάτι μεγάλο, ποιοτικά καλό ή κακό. Η μνήμη μου με βοηθάει σε αυτό, αν και κυρίως είναι επιλεκτική.
Το τι μπορώ να κάνω είναι εργασία προς γράψιμο άπειρων σελίδων. Αν είσαι στο ίδιο είδος με εμένα, τότε ξέρεις καλά πως έχω και έχεις άπειρες δυνατότητες άσχετα τελικά με το πόσες αξιοποιείς.

Υποκρίνεσαι και ψεύδεσαι. Το κάνω κι εγώ. Ζω σε ένα ψέμα και αλλάζω χαρακτήρες καθημερινά για να επιβιώνω στα περιβάλλοντα που βρίσκομαι. Εκτιμώ ελάχιστους και σε όσους δείχνω πρόσχαρος, όντως είμαι αλλά σε κλάσματα δευτερολέπτου βγάζω την καλοσυνάτη μάσκα και θυμάμαι πως είμαι τόσο μόνος. Κυνηγάμε σαν κουκκίδες που είμαστε άλλες κουκκίδες που απομακρύνονται από τα κύματα αέρα, και συμβιβαζόμαστε με άλλες υποδεέστερες κουκκίδες από σκόνη. Αποφάσισα να δώσω ένα τέλος σε αυτό όμως είναι δύσκολο. Ξέρω πως το προσπάθησες κι εσύ αγαπητέ συνάνθρωπε. "Πως φτάσαμε μονάχοι εδώ ;"  Η ανάγκη για αναγνώριση της σημασίας της κουκκίδας σου είναι εθιστικό ναρκωτικό. Ίσως τελικά η νομοτέλεια να το επιτάσσει. Ίσως η ισορροπία να σε θέλει να ψεύδεσαι, συνάνθρωπε. Μάλλον κάνουμε το σωστό. Συγχώρησε με για την κρίση αυτή. Έχεις δίκιο. Καλά κάνουμε. Άλλωστε τι νόημα έχει η ζωή αν ασχολείσαι μόνο με τη δική σου ; "Οι ζωές των άλλων, δηλαδή οι ζωές μας".

Χρόνια μας πολλά. Να τα τερματίσουμε.