Τετάρτη 8 Απριλίου 2015

Ξεκούρδιστο Λεμόνι: Τίτλοι τέλους

Η Ιδέα του πράττειν. Το να είναι δηλαδή κανείς έτοιμος να δώσει τη ζωή του για να παράξει αυτό που ονομάζεται Έργο. Όχι για να ικανοποιήσει το μύθο της κοινωνικής προσφοράς, αλλά για να καλύψει το κενό που δημιουργείται ανάμεσα στον τοκετό και το θάνατο. Η Ιδέα αυτή είναι ιδιότυπη και πρωτοπόρα. Είναι ιδιότυπη, γιατί έχει στα πρώτα της καταστατικά άρθρα την υποχρέωση του φορέα της να μην επιδιώκει ψήφους. Κοινώς, να μην τη λανσάρει στους γύρω του σαν modus vivendi αφού με αυτό τον τρόπο θα τη μετέτρεπε σε ένα ευτελές αντικείμενο προς μαζική κατανάλωση. Εκείνοι που αφιερώθηκαν ανά τους αιώνες σε αυτήν, πλην ελαχίστων εξαιρέσεων, δεν επεδίωξαν ποτέ να καταστήσουν την πράξη, ως παράδειγμα προς μίμηση. Κάθε άλλο. Χάλασαν τη ζωή τους για να την υπηρετήσουν. Μια αφιέρωση που συνειδητά επιλέγει κανείς, αφού αντιληφθεί πως το να μένει στάσιμος σε μια persona είναι ο παράγοντας που αναστέλλει την εξέλιξη. Ωστόσο αυτοί που έβαλαν τη δράση, την πράξη, στο κέντρο του βίου τους, ως τις μόνες κινούσες αιτίες και ως τους μόνους στόχους, αντελήφθησαν κάποια στιγμή με τη σειρά τους, πως το χρέος είναι μεγάλο. Η Ιδέα αναθέτει ένα βάρος που κι ο Άτλας θα πιεζόταν να το σηκώσει. Ίσως να φταίει το γεγονός πως έβαλα πάντα πάνω από οποιονδήποτε άνθρωπο την Ιδέα του πράττειν. Ως πότε να αντέξει αυτή η καρδιά μπρος σε τέτοιο επαχθές χρέος ; Πως να στυλώσει κανείς τα πόδια όταν κι ο Χριστός στο όρος των Ελαιών δίστασε να υπηρετήσει ;

ΥΓ. Γεννηθήτω το θέλημα Σου. 

Τρίτη 27 Ιανουαρίου 2015

Η νίκη και η διαχείριση

Από την αφετηρία του νέου έτους, σήμερα επέλεξα να κάνω το πρώτο μου γράψιμο. Θεώρησα πως όσο προχωρά η δίνη της μεταμοντέρνας εποχής, όλα τα παραδοσιακά και τα θέσφατα περιττεύουν. Δε με βρίσκει δα και σύμφωνο μια τέτοια στάση, αλλά υποτάσσομαι σε αυτήν. Τίμιος αμνός του ρεύματος και της εποχής. Άλλωστε όπως επεσήμανε και ένας φίλος πρόσφατα, πρέπει να προσαρμοζόμαστε στις συνθήκες πάντοτε, ακόμα και σε αυτές που δε μας αρέσουν. Έτσι ξεγελάμε την φυσική επιλογή και επιβιώνουμε λίγο παραπάνω. Γνήσιοι χαμαιλέοντες χωρίς φρονήματα, χωρίς ηθικά και ιδεολογικά δεκανίκια. Διασώστες της αναπηρίας στην ολοένα και εξελισσόμενη κοινωνία των αρίστων και των τέλειων. Των ανθρωπιστών και των αλτρουιστών. Των προοδευτικών και των μη προγονόπληκτων. Των ελπιδοφόρων.
Οι καιροί αυτοί, των Θαλυσίων του 2015 απέδειξαν πως υπάρχουν άλλες δύο κατηγοριοποιήσεις στις οποίες υποβάλλει ο εναργής παρατηρητής το ανθρώπινο γένος. Στους θερμόαιμους και τους νικητές. Σε αυτούς δηλαδή που η αλλαγή, τους κάνει να βιώνουν το μεθύσι της υπεροχής και σε αυτούς που το μεθύσι αυτό είναι τόσο ανεπαίσθητο, που δεν το νιώθουν καν. Έχουν ανοχή στο θρίαμβο είτε επειδή τον έχουν ξαναζήσει -άρα δεν τους εντυπωσιάζει- είτε επειδή γεννήθηκαν με αυτόν στον γενετικό τους κώδικα. Πρόκειται για δύο κατηγορίες ανθρώπων, ανάμεσα στις πολλές άλλες που έχουμε επιχειρήσει κατά καιρούς να δούμε, που παρουσιάζουν υψηλό ενδιαφέρον. Φανερώνουν πολλά και σημαίνοντα για την ανθρώπινη φύση, για το ιδεολόγημα της νίκης και τέλος, για τους στόχους αυτού του πλανήτη.
Αρχικά, η κατάτμηση αυτή καταδεικνύει σε πρώτο βαθμό την οντολογία της κατάκτησης αναφορικά με τον homo sapiens. Υπάρχουν a priori νικητές και χαμένοι. Κάτι τέτοιο είναι εύκολο να το σκεφτεί κανείς τόσο στο επίπεδο του νόμου της ζούγκλας όσο και στην σπισιστική απόδειξη της επικράτησης του ανθρώπινου είδους στην υδρόγειο. Η γενεαλογία των νικητών αυτών, η σκούφια τους λαϊκότερα, κρατάει από τους πρώτους ανθρώπους. Αυτούς που στο επίπεδο της φυλής είχαν ηγετικές θέσεις. Η ιστορία έχει αποδείξει -καλώς ή κακώς- πως η εξουσία είναι κληρονομικό χαρακτηριστικό, και ακόμα κι όταν ανατρέπεται επιστρέφει σε αυτό το status quo πολύ σύντομα. Άλλωστε εξουσία από εξουσία δε διαφέρει. Πίσω στο θέμα μας, ωστόσο. Οι νικητές αυτοί, οι πρώτοι νικητές του ανθρώπινου γένους υιοθέτησαν αυτή τη συμπεριφορά και την κληροδότησαν στους επιγόνους τους. Επιγόνους μάλιστα, με τους οποίους ενίοτε δεν έχουν καν συγγενική σχέση εξ αίματος, αλλά εξ αγχιστείας, μιας και η εξουσία, η δύναμη, η νίκη, είναι αυτό που τους ενώνει και τους ανεβάζει στις νεφέλες του στερεώματος. Υποκατηγορία αυτών, οι εθισμένοι στη νίκη. Ο εθισμός στη νίκη δημιουργείται άμα τη εμφανίσει της. Μια φορά νικητής, πάντοτε νικητής. Κοινός παράγοντας των δύο αυτών ανθρώπινων συρμών, η ορθή διαχείριση της νίκης. Κάτι που θα εξεταστεί παρακάτω.
Στον αντίποδα εντοπίζουμε την έτερη ομάδα. Αυτούς που ονομάσαμε θερμόαιμους. Μια νύξη έγινε ήδη σε αυτή την ομάδα. Η κατηγοριοποίηση των θερμόαιμων σε νέα κατηγορία είναι καταχρηστική σε ένα βαθμό. Ωστόσο ένα τμήμα αυτού του πλήθους που ονομάσαμε, όπως ονομάσαμε, αποσχίζεται από τον καταχρηστικό ορισμό και επιβεβαιώνει την αυτόνομη κατηγοριοποίηση. Εξηγούμαι παρακάτω για να γίνει σαφέστερο αυτό το ομολογουμένως ομιχλώδες σημείο: Πρώτα αναφορικά με το καταχρηστικό τμήμα της κατηγοριοποίησης, Θερμόαιμοι ονομάζονται εκείνοι που δεν έχουν ξαναβιώσει τη νίκη και όταν τη βιώνουν βρίσκονται σε μια εκστατική κατάσταση υπεροχής. Αποτέλεσμα αυτού (της απουσίας γνώσης για τη διαχείριση της νίκης), είναι οι εσφαλμένες κινήσεις και η αυτοϋπονόμευση. Το καταχρηστικό κομμάτι, έγκειται στο γεγονός πως αυτοί οι άνθρωποι, όπως επισημάνθηκε παραπάνω, άμα τη εμφανίσει της νίκης εθίζονται σε αυτήν. Τουτέστιν, η επόμενη νίκη τους, αυτόματα τους κατατάσσει στην παραπάνω κατηγορία, αυτή των νικητών που ο θρίαμβος δεν τους προξενεί κανέναν εντυπωσιασμό και καμία αυταπάτη. Με βάση αυτή την πορεία και αυτό το σκεπτικό, δεν μπορούμε να μιλάμε για νέα κατηγορία ανθρώπων, παρά για ένα υποστηρικτικό/μεταβατικό στάδιο προς την πρώτη κατηγορία, δηλ. αυτή των νικητών. Αυτοί που αποσχίζονται από τον καταχρηστικό ορισμό, είναι εκείνοι, που βιώνουν τη νίκη για πρώτη φορά, και μεθούν τόσο πολύ από την υπεροχή της δύναμης, που είτε αυτοκαταστρέφονται είτε δεν καταφέρνουν να επανέλθουν ποτέ σε μια συνετή κατάσταση. Προφανώς και δεν παύουν να λογίζονται νικητές. Είναι νικητές όμως του βεληνεκούς του Μάο, του Στάλιν, του Χίτλερ. Αυτών που η ιστορία κατέταξε στους ιδιοφυείς παράφρονες. Η ιστορία οπωσδήποτε αναγνωρίζει το impact της νίκης. Η νίκη όμως είναι πύρρειος για την ανθρωπότητα και το κοινωνικό όφελος. Πρώτα πρώτα όμως για το ίδιο το θιγόμενο πρόσωπο. Το θέαμα ενός μεθυσμένου θριαμβευτή δεν εμπνέει εμπιστοσύνη στο στράτευμα.

Η νίκη είναι σαν την ανθρώπινη έκφραση. Μια διαρκής πάλη. Ένα ανεξέλεγκτης διάδοσης ναρκωτικό. Όλες οι ενέργειες αποβλέπουν σε μια τριβή που τελικά αναδεικνύει νικητή αυτόν που θα εκμεταλλευτεί τις συνθήκες με τέτοιο τρόπο ώστε να ορίσει την επόμενη μέρα στο πεδίο δράσης του και τον κόσμο του. Η διαχείριση της νίκης είναι ένα από τα βασικότερα θέματα που καλείται να επιλύσει ο επίδοξος παίχτης. Οποιονδήποτε και να ρωτήσετε θα σας απαντήσει πως είναι έτοιμος να λάβει το μερίδιο της νίκης που επιδιώκει, πόσοι όμως είναι σε θέση πράγματι να διαχειριστούν τον ίλιγγο της εξουσίας ; (Για να μην παρεξηγηθούν τα γραπτά, δεν εννοείται μόνον η πολιτική εξουσία. Η παρατήρηση αυτή πρέπει να γίνει μιας και η λέξη εξουσία τείνει να χάσει το εννοιολογικό της πλαίσιο και να υποταχθεί στα θελήματα της πολιτικής.) Η νίκη είναι για τον καθένα μας, η δικαίωση των ενεργειών και των επιλογών του. Η επιβεβαίωση της ύπαρξης και της ιδεολογικής του στάσης απέναντι στην ίδια τη ζωή. Η επιβεβαίωση αυτή είναι απείρως μεγαλύτερη από κάθε άλλη που μπορεί να γευτεί ο ανθρώπινος ουρανίσκος. Είναι πιο λιπαρή και από αυτές τις τροφές που αφήνουν αυτή την παχύρρευστη στρώση στο επιθήλιο. Πόσοι μπορούν πράγματι να τη διαχειριστούν ; Η ερώτηση αυτή τροφοδοτεί τη σκέψη η απάντηση όμως, είναι απλή. Κανείς.
Θα ήταν εξαιρετικά ενδιαφέρον αν καταγράφονταν κάποια στιγμή οι στόχοι αυτού του πλανήτη. Και δεν αναφέρομαι σε καμία περίπτωση σε κάτι άλλο, παρά στους στόχους του κυρίαρχου είδους, που βυσσοδομεί πάνω στο μέλλον της υδρογείου. Θα ήταν ενδιαφέρουσες οι παρατηρήσεις του ιδεατού αυτού συγγραφέα, μιας και υποθετικά πάντοτε μιλώντας, θα κατέληγε στο συμπέρασμα πως οι στόχοι αυτοί δεν περιέχουν καμιά συλλογική επιδίωξη παρά μόνον την ανθρώπινη ικανοποίηση της δίψας για νίκη. Όσο δε γράφεται κάτι σχετικό, θαρρώ πως έχω το δικαίωμα να υποθέτω ο,τι βολεύει την επίρρωση της θέσης μου, στα γραπτά μου. Ως τότε, ως τη γραφή της μεγάλης αυτής Γραφής δηλαδή, θα κινούμαι στο υπέδαφος, στα υγρά και ανήλιαγα αμπριά της παρασιτικής ζωής, του συμφέροντος και του δόλιου χαμαιλεοντισμού, αποκομμένος από τον ανθρώπινο ιστορικό ρου, το ιδεολογικό μαρκάρισμα και την οποιαδήποτε στοχοθεσία και σκοποθεσία. Θα διασώζω με τους ομοίους μου, τα παράσιτα, το δούρειο ίππο της εξέλιξης. Την αναπηρία σε κάθε κατεύθυνση, σαν τον άκεντρο χορό του Νιζίνσκι -που λένε-.

Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2014

Αξιοπρέπεια

Η κρίση, με την έννοια της αξιολόγησης βάσει σταθερού προτύπου είναι κάτι το οποίο αναφέρεται στο μεγαλύτερο μέρος της στη συγχρονία. Στην "κατάλληλη στιγμή" του Εξυπερύ και στις συγκυριακές συνιστώσες της ολικής συνισταμένης του χρόνου. Είναι κάτι ευμετάβλητο, και ενδεχομένως όχι και τόσο αντικειμενικό καθώς περιέχει δόσεις τυχαιότητας, άσχετα με το θεσπισθέν πρότυπο βάσει του οποίου διαμορφώνεται. Οπωσδήποτε όμως σε ένα τμήμα της αναφέρεται και στη διαχρονία, η οποία αφορά τις συγκριτικές καταγραφές των εκάστοτε κρίσεων, τις εσωτερικές ζυμώσεις και επικοινωνίες μεταξύ τους, καθώς και τη συγκρότηση του προτύπου ή αυτού που θα ονομάζαμε καθεστηκυία τάξη.

Ο παραπάνω πρόλογος δεν έγινε για να εκτεθεί μια υψηλή σκέψη με λεξιθηρία και εκζήτηση, ούτε για να τονιστεί η υψηλή αξιολόγηση του γράφοντος. Για να είμαι και απόλυτα ειλικρινής, θα μπορούσα ευθαρσώς να δηλώσω πως αποτελώ ένα από τα λιγότερο αξιόλογα άτομα που έχω γνωρίσει στην έως τώρα ζωή μου. Ο πρόλογος αυτός έγινε επομένως ως μια εισαγωγή στο θέμα της αξιοπρέπειας, της ευθυκρισίας και της μεταβλητότητας των καιρών. Κυρίως όμως στο θέμα της καθοδικής πορείας της ικανότητας για αξιολόγηση από τον ανθρώπινο νου, αυτό που κυρίως μετωνυμικά και λανθασμένα ονομάζεται "κοινή λογική" ή "ορθολογισμός". Επισημαίνω ξανά, λανθασμένα.

Αφορμή για τη σκέψη αυτή αποτέλεσε ένα περιστατικό για το οποίο πληροφορήθηκα από τρίτο πρόσωπο. Στην Ελλάδα της κρίσης (της οικονομικής αυτή την φορά) με όλα τα παρελκόμενα που αυτή φέρει, έλαχε μέσα στα πολλά και σημαντικά γεγονότα να έρθει κι άλλο ένα. Αυτό υπήρξε ο θάνατος του συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα. Για να είμαστε ακριβείς μάλιστα, στη βίαιη δολοφονία του στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη με τη μέθοδο του πνιγμού. Το να σχολιαστούν ζητήματα για την κατάσταση της εγκληματικότητας σε μια χώρα η οποία μαστίζεται από οικονομικά προβλήματα και ανίκανο λαό, αποτελεί περιττό. Με την παραπάνω νύξη, ο σχολιασμός ενδεχομένως και να έγινε. Δολοφονία γνωστού λογοτέχνη. Ο χειρισμός από τα μέσα ενημέρωσης αναμενόμενος. Κάποια λεπτά αφιερωμένα στο ατυχές συμβάν, κάποιο αφιέρωμα ενδεχομένως σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή ή σε κάποιο τηλεοπτικό σταθμό. Πέρα από τα μέσα, προετοιμασίες διαλέξεων και συμπιλημάτων στα πνευματικά κέντρα, προετοιμασία αφιερωμάτων στα λογοτεχνικά περιοδικά και τέλος, επιμέλεια ανθολογίας ή απάντων από κάποιο ίδρυμα ή εκδοτικό οίκο.

Η ευαισθησία του κοινού, σίγουρα γνώρισε διακυμάνσεις από τους πολύ μεγάλους λάτρες της λογοτεχνίας του Κουμανταρέα, μέχρι τους αρνητές της με αντίστοιχα συναισθήματα. Από τους ερευνητές της λογοτεχνίας, έως τους απλούς πολίτες που ίσως να είχαν ακούσει κάπου το όνομα και να συζήτησαν για τη δολοφονία του, με μια παρέα ευκαιριακή. Άλλωστε κάθε ανακοίνωση θανάτου κάποιου ατόμου μας από τον άμεσο περίγυρο (ή κάποιον celebrity) προς κάποιον άλλον, θέτει απευθείας αυτόν που αναλαμβάνει τον άχαρο ρόλο του εκφωνητή σε μια κατάσταση έκστασης, μιας και είναι ίδιον του ανθρωπίνου είδους να θέλγεται από την ανακοίνωση του θανάτου.

Για να μην καταναλώνεται πολύς χώρος και χρόνος, συνοψίζοντας θα έλεγε κανείς πως ο θάνατος του Κουμανταρέα σήκωσε όσο ντόρο θα σήκωνε ο θάνατος κάθε γνωστού καλλιτέχνη σε μια χώρα όπου οι επίγονοι είναι περήφανοι για τους προγόνους. Τους προγόνους αυτούς, που οι τότε σύγχρονοί τους, δεν τους τιμούσαν. Αντιθέτως, τους λοιδορούσαν και τους έφτυναν. Η επικαιρότητα ασχολήθηκε με άλλα ζητήματα σαφώς πιο φλέγοντα μιας και μέσω αυτών προωθείται η "επόμενη μέρα" της πολιτικής. Απεργία πείνας Νίκου Ρωμανού, αποκαλύψεις από την αντίπερα όχθη και τον Ηλία Κασιδιάρη, υψηλοί τόνοι περί ψήφισης Προέδρου της Δημοκρατίας, ανωμαλία στα ΑΕΙ και άλλα πολλά ευχάριστα και δυσάρεστα που υπομένει αυτός ο καταραμένος τόπος. Ο Μένης στο περιθώριο. Κάποιος συναισθηματικός θα οργιζόταν για αυτό το γεγονός. Ίσως να έπραττε ορθά όμως η ιστορία έρχεται να τον διαψεύσει. Και εδώ έρχεται επιτέλους το ζήτημα της αξιοπρέπειας.

Σε μια αποστροφή με έναν φίλο, θερμόαιμο και λάτρη της καλής λογοτεχνίας, έλαβα την εξής φράση γεμάτη παράπονο: "Ο Καμύ ήταν μεγάλος. Πραγματικά μεγάλος. Όμως λυπάμαι για τον θάνατό του. Θα μπορούσε να δώσει πολλά ακόμα". Αυτό που σκέφτηκα ήταν αμέσως ο θάνατος του δικού μας Κώστα Καρυωτάκη. Σκέφτηκα πως καμιά φορά πέρα από το ερευνητικό κομμάτι ακόμα και ο θάνατος είναι τμήμα του έργου ενός μεγάλου καλλιτέχνη. Ένας ετεροχρονισμένος θάνατος, ένας βίαιος θάνατος, ένας περίεργος και ανεξιχνίαστος θάνατος συμβάλλουν στο μύθο του. Όχι φυσικά πως ο Καρυωτάκης θα χρειαζόταν κάτι τέτοιο για να θεωρείται ποιητής-μύθος του ελληνικού στερεώματος. Η αυτοκτονία του όμως παραμένει αδιαμφισβήτητα σημείο αναφοράς στο κοσμοείδωλο του αναγνωστικού και ερευνητικού κόσμου για τον ΚΓΚ. Η εμμονή σε έναν φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό θάνατο, ευτελίζει την ύπαρξη του θανόντος. Οξύμωρο κι όμως πολύ πραγματικό. Κι αυτό επιβεβαιώνεται στο παρακάτω κλείσιμο του κειμένου αυτού:

Πριν κάποιες μέρες γνωστός, έως πασίγνωστος εκδοτικός οίκος έστησε ολόκληρη βιτρίνα με την προσωπογραφία του Μένη Κουμανταρέα, παρουσιάζοντας παλαιές και νέες εκδόσεις του έργου του. Σε έκπτωση φυσικά, "για να γνωρίσει ο κόσμος το έργο του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη", Παντελής έλλειψη τακτ και αξιοπρέπειας. Και οι τηλεοράσεις παραμένουν σιωπηλές για τον Κουμανταρέα. Και εκεί, έρχεται η ώρα να αναρωτηθείς μπροστά στον συναισθηματικό λάτρη του, που ήθελε περισσότερη δημοσιότητα στο ζήτημα. Αξίζει μια τέτοια εικόνα σε κάποιον που έγραψε το "Κουρείο" ή μια σιωπηλή αναπόληση των αριστουργημάτων του, αφήνοντας κατά μέρους τη μαζική ενημέρωση και την πρόκληση παλλαϊκής συναισθηματικής φόρτισης; Αφού ο λαός ενδιαφέρεται για τους εκπροσώπους του και τη λαϊκή κυριαρχία. Ενδιαφέρεται για την συγχρονία του και όχι τη διαχρονία του. Και σφάλλει. (Μην ξεχνάς, η αξιολόγηση/κρίση είναι 80% συγχρονία-20% διαχρονία). Ας τον αφήσουμε τουλάχιστον, η επιλογή του αυτή να βαστάει πάνω από το λάκκο του εκάστοτε υπηρέτη της Τέχνης την ησυχία που χρειάζεται.


Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2014

Συνήγορος

Αγγίζει σημεία σχιζοφρένειας η συστηματικότητα με την οποία κάποιοι παραποιούν γεγονότα. Η άνεση με την οποία μπορεί κάποιος φορώντας τη δορά μιας ιδεολογίας ή μιας πίστης να ανατρέπει την αλήθεια με σκοπό να επικρατήσει η γνώμη του. Αυτό όμως που ξεπερνάει την παράνοια αυτής της συμπεριφοράς είναι η ελλιπής ικανότητα των ίδιων αυτών υποκειμένων να εντοπίσουν το τυπογραφικό λάθος σε δύο αράδες. Η τραγικότητα αυτής της πράξης είναι άξια συμπόνοιας σε πρώτο πλάνο, μοιραία όμως το προβάδισμα το κερδίζει το ακατάσχετο γέλιο που προκαλείται από μια τέτοια παθογενή κατάσταση. Μέσα Οκτώβρη ακόμα, και καλό είναι να μην μπλέκουμε με μακροπερίοδο λόγο και εκζήτηση σύνταξης ή λεξιλογίου γιατί όταν θα σφίξουν οι ζέστες θα εκτεθούμε από την πεζότητα. Επομένως με άλλα λόγια περισσότερο κατανοητά θα εξηγήσουμε τι σημαίνει η πρώτη αυτή παράγραφος. 
Εντοπίζουμε υποκείμενα πιστά και ταγμένα σε ένα ιδεολόγημα, σε μια πίστη, σε μια ιδέα. Τα υποκείμενα αυτά έχουν πρωτίστως ως καταστατικό στόχο τους τη διάδοση των ιδεών τους και την επίρρωση της κοινωνικής θέσης της ομάδας που διαμορφώνουν. Με άλλα λόγια, η ταυτότητά τους δεν τους αρκεί, γι'αυτό και πρέπει να τη διευρύνουν πληθυσμιακά με ενδεχόμενο σκοπό την απόκτηση κύρους, ή έστω φωνής και εκπροσώπησης στο κοινωνικό στερέωμα. Ένας ανασταλτικός παράγοντας στη διάδοση μιας οποιασδήποτε ιδέας, είναι η αλήθεια. Αυτό συμβαίνει όχι επειδή οι ιδέες είναι φαύλες αλλά επειδή πολλές φορές για να προωθηθεί κάτι γρήγορα και εύκολα χρειάζεται οπωσδήποτε ο εξωραϊσμός. Μια λέξη που παρά την αναπτυξιακή της υφή, είναι εντελώς συμβιβασμένη με το ψέμα. 
Έτσι, τα υποκείμενα αυτά καλούνται να διαστρεβλώσουν την αλήθεια. Να την παραλλάξουν, ή καμιά φορά να τη στρέψουν εντελώς ανάποδα για να ωφεληθεί η πίστη τους. Να πάνε κόντρα στην αλήθεια, χωρίς φόβο του να εκτεθούν ή να αποτύχουν. Μια τέτοια ενέργεια όμως, όπως και ο μηχανισμός του ψεύδους, προϋποθέτουν υψηλή νοημοσύνη και εκπαιδευμένη αντίληψη. Σπουδαγμένα αντανακλαστικά και πονεμένα αισθητήρια αισθητικής. Σε περίπτωση που όλα αυτά είναι σύμφωνα, τότε υπάρχει σοβαρή πιθανότητα η διαστρέβλωση αυτή να επιτύχει. Τότε μιλάμε για έναν επιτυχημένο μηχανισμό προπαγάνδας. Κάτι εξαιρετικά θεμιτό για τη σύγχρονη εποχή όπου οι ανθρώπινες σχέσεις δεν χτίζονται πάνω στην ειλικρίνεια αλλά πάνω στην πειθώ. Στην αντίθετη περίπτωση όμως μιλάμε για κάτι αρχικά θλιβερό, και τελικά γελοίο. Μιλάμε για μια μη συνειδητοποίηση πως η παραλλαγή της αλήθειας είναι εμφανής. Κάτι τέτοιο οδηγεί τα εμπλεκόμενα υποκείμενα στο να εκτίθενται και τελικά είτε να παραγκωνίζονται από το σύστημα ως τσαρλατάνοι και προβοκάτορες, είτε να χρησιμοποιούνται από αυτό σαν επίδοξα μέσα προπαγάνδας. 

Στην ελληνική περίπτωση, συνήθως έχουμε την περίπτωση της κακόγουστης διαστρέβλωσης της καθεστηκυίας τάξης και της επίπλαστης ανατροπής της αλήθειας. Διακρίνουμε συχνά πυκνά το ξεβράκωμα αυτό, των επίδοξων μεσσιανιστών που φορούν τη δορά του φιλεργατικού και ελευθεριάζοντος οργανισμού, καταλήγοντας στο πλήθος των περιπτώσεων να εκτίθενται, κατηγορούμενοι για το ύψιστο αμάρτημα του λαϊκισμού. Η παροχολογία ελευθερίας, δεν μπορεί να γίνεται από παραχαράκτες της αλήθειας. Η προπαγάνδα αποτελεί ένα όπλο επιτυχίας για το σύστημα που την χρησιμοποιεί σωστά. Κάθε μέρα υφιστάμεθα προπαγάνδα. Κυβερνητική, πολιτική, αθλητική, κοσμοθεωρητική. Αν πετυχαίνει θα το απαντήσει ο καθείς για τον εαυτό του. Αυτό που σίγουρα όμως πετυχαίνει σε δεύτερο χρόνο, είναι να μην εκτίθεται. 

Παρασκευή 3 Οκτωβρίου 2014

Ανατροφοδότηση

Ξαφνικά νομίζουμε πως ζούμε για πάντα. Και ακόμα πιο ραγδαία, συνειδητοποιούμε πως τα πάντα οδηγούνται σε ένα τέλος. Ανάχωμα στην ανθρώπινη ύπαρξη αυτή η αιώνια διφυΐα. Η στιγμή της αντίληψης του προσωπικού σφάλματος. Το μετέωρο εκείνο βήμα στο οποίο αναλογίζεσαι πως τίποτα δεν έχει τελειώσει μέχρι να βρεθείς στο κενό και τότε να νιώσεις τη βαριά και άτεγκτη βαρύτητα να σε τραβάει στο σημείο αφετηρίας σου.
Η ματαιότητα είναι κάτι που άπαξ και το βάλεις στο μυαλό σου, δεν μπορείς να το αποβάλλεις. Κανείς θα μπορούσε να αποβάλλει μια σκέψη. Ακόμα και την ίδια τη σκέψη της ματαιότητας. Το Gestalt υπόβαθρο της ματαιότητας όμως ποτέ. Με κανέναν τρόπο. Τα πράγματα είναι εκεί, έξω. Πολλά και ποικίλα. Μικρός επιλέγεις το χάπι. Όποιο θες παίρνεις, αν και τίποτα δεν αφήνεται στην τύχη μετά τον Freud τουλάχιστον. Από κει και πέρα, αν πάρεις το σωστό, τα προαναφερθέντα πράγματα ξαπλώνουν λάγνα στα πόδια σου. Αρχίζουν να ηδονίζονται και εσύ να επιδίδεσαι σε ατέρμονες επαφές με αυτά. Κάποια στιγμή, κουράζεσαι, ξαποσταίνεις και ευθύς αμέσως στο επόμενο. Κάποια πράγματα σε κρατάνε περισσότερο σε περίπτυξη, ενώ κάποια άλλα σε απωθούν και σε απομακρύνουν. Ποτέ δε θα τα γευθείς όλα όμως.
Εκεί είναι η σκέψη της ημέρας. Στα μικρά αυτά πυροτεχνήματα σκέψης στα οποία καταπραΰνεις την πίκρα της ανολοκλήρωτης εμπειρίας. Η συνειδητοποίηση όμως του τέλους και του μάταιου, καταλυτική. Ορθώνεται εχθρικά σαν μια γυναίκα με όμορφο παρουσιαστικό και ευθυτενές σώμα αλλά με ανοιχτά χέρια. Υπάρχει παράσταση του διαβόλου με ανοιχτά χέρια ;

Να κοιτάς ή να βλέπεις ; Να δεις... 

Δευτέρα 22 Σεπτεμβρίου 2014

Επανεξέταση

Φτάνει η αυγή της νέας παραγωγικής σεζόν. Η αναμονή είναι ως συνήθως το αλάτι σε κάθε σχέση που περιλαμβάνει καταστάσεις προπαρασκευής και δράσης. Όλα αυτά όμως μοιάζουν βαρετά κλισέ, μπροστά στην ασύγκριτα πιο ενδιαφέρουσα καθημερινότητα την οποία γεμίζουν όλες εκείνες οι μικροπρέπειες που μισούμε αλλά δε μας αφήνουν ποτέ να πάμε ψηλότερα. Πόσο μάλλον όταν οι μικροπρέπειες αυτές είναι καπρίτσια αυτοεπιβεβαίωσης με θολή καταγωγή και ομιχλώδη παραγωγό και ακόμα πιο άστοχο παραλήπτη. Συνήθως μια τέτοια δράση περνάει απαρατήρητη όταν όλα πηγαίνουν βάσει του προγραμματισμού και του κοινωνικού μοχλού, ή με άλλα λόγια την κοινώς διαμορφωμένη πλάση. Με άλλα λόγια, αυτές οι μικροπρέπειες είναι απλά γεγονότα που δεν προκαλούν κανέναν αντίκτυπο όταν η έκφρασή τους είναι αναμενόμενη βάσει του περιβάλλοντος εκδήλωσής τους. Αντιθέτως είναι συγκινητική συγκυρία όταν ένας φαινομενικά ανώτερος άνθρωπος, φέρεται σαν άτομο και εκδηλώνει τέτοια αρχέγονα προπατορικά κόμπλεξ. Σε κάθε περίπτωση, το αναπάντεχο είναι οπωσδήπποτε ενδιαφέρον. Αυτό που όμως πρέπει να υπογραμμιστεί είναι το κωμικό μέρος της υπόθεσης. Ο τρίτος ψύχραιμος παρατηρητής, βολιδοσκοπείται καθημερινά από αναμενόμενες συμπεριφορές. Όταν λοιπόν το μη αναμενόμενο παρουσιαστεί εξ αίφνης, ο ψύχραιμος παρατηρητής προβαίνει σε μια κοσμοσειστική παρατήρηση η οποία τον οδηγεί στην άμεση εξαγωγή δύο συμπερασμάτων. Πρώτον, πως "τα φαινόμενα απατούν", μιας και η έκπληξη που δέχτηκε επιβεβαιώνει τη λανθασμένη κρίση του πριν από την εκδήλωση της μικροπρεπούς παρα προσδοκίαν συμπεριφοράς. Έκανε λάθος να κατατάξει τον ανώτερο άνθρωπο σε αυτή την ομοταξία μιας και ο τελευταίος φέρεται μικροπρεπώς. Δεύτερον, πως η συμπεριφορική κινητικότητα είναι δυνατή και ενδεχομένως φυσιολογική. Επομένως ο ανώτερος άνθρωπος είναι μια κατά σύμβαση κατηγορία διπόδου, που παρα την φαινομενική του σοβαρότητα, η ουσία του φωτογραφίζεται ως σοβαροφάνεια και ως δυνητική κατάσταση έκπτωσης.

Πέρα από αυτά, που ομολογώ πως δεν έχουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον για κάποιον που τα έχει σκεφτεί σε παλιότερο επεισόδιο, θα ήθελα να κλείσω με μια διαπίστωση. Η διαστολή που μπορεί να δεχτει η υπομονή κάποιου είναι ανάλογη της νοημοσύνης του. Η ανοχή είναι κάτι εντελώς διαφορετικό από την υπομονή. Στην περίπτωση της ανοχής έχουμε μια αποστασιοποίηση από τη δράση, ενώ στην υπομονή έχουμε ενεργούμενο και δράση, μεταβίβαση ενέργειας και φόρτο. Τουτέστιν, ο νοήμων άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του και εκτιμάει τις δυνατότητες που κέρδισε με προσωπικό μόχθο, δε δέχεται να ανέχεται, ξέρει όμως να υπομένει. Και μαζί με αυτά, απαγορεύει ρητα στον εαυτό του να συμπεριφέρεται με μοτίβα δράσης που ταιριάζουν είτε σε εφηβικό είτε σε ελληνικό επαρχιακό περιβάλλον, της σκληρής ελληνικής υπαίθρου της δεκαετίας του '50. Το άτομο που έχει υψηλές προσδοκίες από τις δυνατότητές του και  εντάσσεται στις  δύο τελευταίες κατηγορίες, οφείλει κατόπιν ενδοσκόπησης να συνειδητοποιήσει πως η ταύτιση με το "ιδιαίτερο άλλο" όχι απλά δεν έβγαλε ποτέ πουθενά, αλλά κάποια στιγμή ξεσκέπασε το αντίθετο. 

Πέμπτη 18 Σεπτεμβρίου 2014

Μεταστροφή

Περίπου ένας μήνας απουσίας από τα γραψίματα στον παρόντα χώρο. Ίσως οι συνθήκες δεν τα επέτρεψαν. Συνάμα όμως, η παραδοχή πως οπωσδήποτε πρέπει να υπάρχει μια περίοδος αναπροσαρμογής για οτιδήποτε παραγωγικό. Παραγωγική διαδικασία μπορεί κάποιος να λογίσει και το γράψιμο. Και όπως είναι φανερό, όποτε υπάρχουν νέα δεδομένα, υπάρχουν και αντίστοιχες αλλαγές. Οι αλλαγές αυτές όμως για να αναδειχτούν με τον καλύτερο και ομαλότερο τρόπο, πρέπει πρώτα να "κάτσουν". Να υπάρξει ένα δοκιμαστικό στάδιο, μια καραντίνα. Αλλιώς ο δέκτης τρομάζει και απομακρύνεται, ή απογοητεύεται για τους δικούς του λόγους. Τα πάντα εντάσσονται μέσα στο ψυχοφθόρο μάρκετινγκ. Επομένως, είναι καλό ακόμα και για κάτι τόσο φαινομενικά απλό, όπως το γράψιμο, να γίνονται σωστά βήματα για βελτίωση αλλά και εμπορική (με συνδηλωτική έννοια) επιτυχία.
Η ορθή συγγραφική παραγωγή τέτοιων άρθρων, τα οποία εκπονώ, προϋποθέτει ο γράφων να δηλώνει την παρουσία του με τρόπο τέτοιο που να μη μονοπωλεί το κείμενο. Κάτι τέτοιο είναι εφικτό αν διατηρήσει το δέον ύφος κατά το πλέξιμο του κειμένου του. Όταν όμως πρέπει να δικαιολογηθεί για κάτι, ή να τοποθετηθεί για κάτι τόσο σημαντικό όσο η επιβίωση των γραπτών του, είναι αδύνατο να υιοθετήσει σε απόλυτο βαθμό το δημοσιογραφικό ύφος της αποστασιοποίησης. Η όλη αυτή υποσημείωση στη μαρκίζα της σημερινής δημοσίευσης γίνεται για καθαρά αυτο-δικαιολογητικούς λόγους, καθώς ο βαθμός της πρωτοπρόσωπης αφήγησης θα είναι καταλυτικός σε σημείο όχλησης. Εξήγησις, προς αποφυγή παρεξηγήσεων. 
Το χρονικό διάστημα λοιπόν, που απείχα από την παραγωγή γραπτού λόγου, παρατήρησα πως παρά τις αντικειμενικές συνθήκες που με τράβηξαν μακριά από την αποτύπωση σκέψεων με τη βοήθεια του πληκτρολογίου, υπήρξαν και άλλοι λόγοι, των οποίων η συνειδητοποίηση με βρήκε αναπάντεχα σε στιγμές που δεν περίμενα να πιάσω τον εαυτό μου να συλλαμβάνει σκέψεις τόσο κομβικές για την ύπαρξή του. Οι λόγοι αυτοί, είναι δύσκολο να καταγραφούν εδώ με εξονυχιστικό τρόπο, μιας και θα καταναλώσουν χώρο και κινδυνεύουν να μη γίνουν κατανοητοί. Θα προσπαθήσω όμως να δώσω ένα αδρό περίγραμμα αυτών. 
Μετά από χρόνια επιχείρησα να κάνω διακοπές, λόγω κάποιων ευνοϊκών συνθηκών που τις διευκόλυναν και λόγω υψηλής αναγκαιότητας να γίνουν μετά από μια χρονιά εξαιρετικά δύσκολη. Είχα ξεχάσει τα συνακόλουθα των διακοπών. Την κατάσταση δηλαδή που το άτομο περιέρχεται όταν παραθερίζει. Δεν ξέρω αν αυτό είναι καθολική αλήθεια ή προσωπική εκτίμηση, αλλά το πέρας της περιόδου των διακοπών φέρνει μαζί του πάντα μια νέα εποχή στη σκέψη του ατόμου. Αν όχι προς το καλύτερο, σίγουρο προς το ωριμότερο. Η διαδικασία αλλαγής είναι σταδιακή, η συνειδητοποίηση όμως ραγδαία και αρχικά ανησυχητική καθώς, πολλά θέσφατα ανατρέπονται και η όψη του κόσμου παίρνει νέα χρώματα. Σίγουρα, αυτό το πρώτο δυσχρωματοπτικό σοκ είναι αναγκαίο να ξεπεραστεί με ομαλό τρόπο, αν το άτομο θέλει με ψυχραιμία να αντιμετωπίσει το νέο status quo της ύπαρξής του. 
Το προσωπικό μου βίωμα δεν μπορώ να πω πως περιέχει κοσμοσειστικά γεγονότα στη μεταβολή αυτή του τρόπου σκέψης μου, σίγουρα πάντως με έκανε να ανησυχήσω και να αναρωτηθώ για πολλά από τα οποία άναθεώρησα, χωρίς όμως να μπω στη διαδικασία ηθελημένης αναθεώρησης. Και αυτό είναι το ανησυχητικό στην ιστορία. Το αναπάντεχο. Έτσι λοιπόν, μια ωραία μεσημβρία σκέφτηκα πως με το πέρας του καιρού, άρχισα να βλέπω με καλύτερο μάτι την κοινή γνώμη. Κάτι που επιδέχεται βέβαια πολλών σημειώσεων και υποσημειώσεων. Όμως σε μια πρόταση συνοψίζεται με τον παραπάνω τρόπο. Δεν επεδίωξα ποτέ να απέχω από την κοινή γνώμη και να είμαι απέναντί της. Αυτό άλλωστε, ξεκίνησε από μερικούς αντιδραστικούς και έφτασε να γίνει κίνημα μόδας (hipsters). Αυτό όμως που πάντοτε είχα κατά νου, είναι πως η κοινή γνώμη πάντα κάνει λάθος, και έπρεπε ακόμα κι εκεί που τη βλέπω σωστή, να διαφοροποιούμαι ελάχιστα. Όλο αυτό, μέσα στο πλαίσιο της σκέψης πως η κοινή γνώμη, έχει αδρά όρια και ακουμπάει την έννοια της μάζας. Επομένως, πρέπει να απο-μαζοποιούμαι, άρα να βρίσκομαι απέναντι ή παραπλήσια στην κοινή γνώμη και ποτέ μέσα σε αυτή. 
Έρχεται όμως κάποια στιγμή στη ζωή, που ο νους δίνει την ευκαιρία στην ύπαρξη να ακολουθήσει το μονοπάτι του ορθολογισμού. Το μονοπάτι του να είσαι rational όπως θα έλεγαν και οι Εγγλέζοι. Η ευκαιρία αυτή δίνεται μια φορά στον κάθε άνθρωπο. Αν κάποιος αντισταθεί να ακολουθήσει τη ρεαλιστική, ορθολογική οδό και επιλέξει το δρόμο της πάγιας και στείρας πόλωσης με την κοινή γνώμη, χωρίς καμία διάθεση διαπραγμάτευσης, τότε χάνει στο παιχνίδι εξαρχής. Εξομοιώνεται με ένα πλήθος έτερων αντιδραστικών και μοιραία το κοινωνικό γίγνεσθαι τον περιθωριοποιεί. Είναι η φυσική ροή των πραγμάτων σε κάθε ευνομούμενη πολιτεία. Επιστρέφοντας σε αυτόν που επιλέγει το μονοπάτι του ορθολογισμού, πρέπει να διευκρινίσουμε πως δεν έκανε την επιλογή-θέσφατο. Και εδώ υπάρχουν νέα μονοπάτια τα οποία τον οδηγούν σε διαφορετικά αποτελέσματα. Ενίοτε πολύ πιο καταστροφικά από αυτόν που επέλεξε νωρίτερα να ζει στην αντιδραστική ουτοπία. Οι επιλογές αυτές είναι τρεις για τον ρασιοναλιστή. Είτε το να επιλέξει το δρόμο του στείρου ρασιοναλισμού, ο οποίος κρίνει τα πάντα βάσει ωφελιμισμού και ορθολογικής σταθερότητας. Είτε να επιλέξει το δρόμο του ελεγκτικού ορθολογισμού και να διατηρήσει μία κάποια αντιδραστική καταβολή που είχε εξαρχής. Είτε τέλος, να επιλέξει το τρίτο μονοπάτι του αντιδραστικού ρασιοναλισμού, το οποίο τον καθιστά ικανό να κρίνει λογικά, παρόλ'αυτά ανίκανο να μπορεί να ελίσσεται στις νέες ανάγκες. Φυσικά βέβαια, όλο αυτό πηγάζει από το γεγονός πως επέλεξε το ρασιοναλιστικό μονοπάτι μόνο και μόνο για να επιφέρει πλήγματα σε αυτό και να αποσαθρώσει τις αξίες αυτής της σχολής σκέψης. 

Όλα αυτά, τι αφορούν τη μεταστροφή μου ; Θα εξηγήσω ευθύς αμέσως. Η νιότη με ώθησε όπως προείπα στην πρώτη επιλογή να σταθώ απέναντι στην κοινή γνώμη και να υιοθετώ καθετί που της αντιτίθεται. Έτσι έφτασα να είμαι σε ορισμένα σημεία παράλογος. Όπου δε, έβλεπα πως δεν είμαι παράλογος, με τον καιρό συνειδητοποίησα πως είμαι ο,τι χειρότερο μισούσα, δηλαδή ουτοπικιστής. Αυτό βέβαια που μισούσα περισσότερο, δεν ήταν η ουτοπία σε πρωτογενές στάδιο, όσο η κατάληξή της, δηλαδή η δυστοπία. Προφανώς, τώρα θα αναρωτηθεί ο αναγνώστης αν ταυτίζω τη λογική με την κοινή γνώμη. Εδώ μπαίνει στη συζήτηση η περιγραφή των τριών μονοπατιών. Το πρώτο (του στείρου και αυστηρού ορθολογισμού) δημιουργεί την ιδανική κοινή γνώμη. Αυτή που ποτέ δε θα υπάρξει, παρά το γεγονός πως υπάρχουν άτομα που προσπαθούν με τις διδαχές τους, να τη δημιουργήσουν. Το μονοπάτι αυτό το επιλέγουν ελάχιστοι εκλεκτοί. Το δεύτερο (του διαλλακτικού ρασιοναλισμού) δημιουργεί την φανταστική κοινή γνώμη. Αυτή που νομίζουμε ως σωστή, και αυτή που καθορίζεται από ηθικά συνήθως κριτήρια, μιας ηθικής που ξεφεύγει από την φιλοσοφική της καταβολή και καταλήγει στην επιβολή της αρέσκειας κάποιων. Το μονοπάτι αυτό το επιλέγουν οι έξυπνοι και δραστήριοι πολίτες, που προσπαθούν και καταφέρνουν να διαμορφώνουν την κοινή γνώμη, ανεξαρτήτως ποιοτικού αποτελέσματος, είτε προς ίδιον είτε προς δημόσιο όφελος. Το τρίτο (του αντιδραστικού ορθολογιστή) δημιουργεί την υπονοούμενη κοινή γνώμη. Αυτή δηλαδή, που απευθύνεται στους ίδιους τους θιασώτες της. Το μονοπάτι αυτό το επιλέγουν αιθεροβάμονες, αποτυχημένοι ουτοπικιστές. 
Για να κάνουμε τα θεωρητικά αυτά πειράματα πιο απτά, στην πρώτη περίπτωση, ο αντιδραστικός αντι-ρασιοναλιστής είναι ο συνδικαλιζόμενος εργάτης. Παλεύει για το δίκιο του, υποστηρίζοντας συνήθως ιδεολογίες που πηγάζουν από τον σοσιαλισμό και αγγίζουν τα άκρα. Ζει στην ουτοπία και δρα στα όρια και πλαίσιά της. Στη δεύτερη είναι ο πολίτης του κόσμου, που επιλέγει τη δράση βάσει αποδοτικών συστημάτων. Στη δεύτερη αυτή περίπτωση, ο πρώτος είναι ο φιλόσοφος, ο διανοούμενος, ο ανθρωπιστής, ο δεύτερος ο πολιτικός, ο επιχειρηματίας, στην τρίτη ο κακοποιός, ο εγκληματίας. Ο στόχος του ανθρώπου είναι η ανθρωπιστική προσφορά και η προσωπική καταξίωση. Αν αυτή η καταξίωση προβληθεί ή όχι εξαρτάται από τα ελλείμματα του χαρακτήρα του ανθρώπου αυτού. Έτσι, προφανώς η δεύτερη επιλογή (από τις αρχικές δύο) εξυπηρετεί το στόχο της ύπαρξης. Από κει και πέρα, ο καθείς ανάλογα την αισθητική του και τις ανάγκες του διαμορφώνει αντίστοιχη πορεία. Δεν έχω καταλήξει πια πορεία θα ακολουθήσω. Η τρίτη είναι γοητευτική και προσοδοφόρα όμως απαιτεί σοβαρή προσαρμοστικότητα και εμμονές, που τελικά απεδείχθησαν πως δεν έχω. Αν είχα, δε θα έγραψα ολόκληρο άρθρο για τη δήλωση (νέων) φρονημάτων μου και την απεμπόληση παλιών νοοτροπιών. Οι άλλες δύο, ξέρουμε πως έχουν υπέρ και κατά. Σταθμίζει ο καθένας, και παίρνει. Οι ενδεικτικές ειδικότητες που αναγράφονται δεν είναι και υποχρεωτικές. Επαναλαμβάνω. Ο καθένας βάσει αναγκών και αισθητικής, σε πρώτη φάση επιλέγει μονοπάτι. Η κατάληξη έχει λίγη σημασία. Όχι ότι μειώνω τη βαρύτητα του τέλους, απλά η κοινή γνώμη τελικά δεν ελέγχει το περίβλημα αλλά το κατά πόσο συνέβαλες στην κοσμική ισορροπία.