Η κρίση, με την έννοια της αξιολόγησης βάσει σταθερού προτύπου είναι κάτι το οποίο αναφέρεται στο μεγαλύτερο μέρος της στη συγχρονία. Στην "κατάλληλη στιγμή" του Εξυπερύ και στις συγκυριακές συνιστώσες της ολικής συνισταμένης του χρόνου. Είναι κάτι ευμετάβλητο, και ενδεχομένως όχι και τόσο αντικειμενικό καθώς περιέχει δόσεις τυχαιότητας, άσχετα με το θεσπισθέν πρότυπο βάσει του οποίου διαμορφώνεται. Οπωσδήποτε όμως σε ένα τμήμα της αναφέρεται και στη διαχρονία, η οποία αφορά τις συγκριτικές καταγραφές των εκάστοτε κρίσεων, τις εσωτερικές ζυμώσεις και επικοινωνίες μεταξύ τους, καθώς και τη συγκρότηση του προτύπου ή αυτού που θα ονομάζαμε καθεστηκυία τάξη.
Ο παραπάνω πρόλογος δεν έγινε για να εκτεθεί μια υψηλή σκέψη με λεξιθηρία και εκζήτηση, ούτε για να τονιστεί η υψηλή αξιολόγηση του γράφοντος. Για να είμαι και απόλυτα ειλικρινής, θα μπορούσα ευθαρσώς να δηλώσω πως αποτελώ ένα από τα λιγότερο αξιόλογα άτομα που έχω γνωρίσει στην έως τώρα ζωή μου. Ο πρόλογος αυτός έγινε επομένως ως μια εισαγωγή στο θέμα της αξιοπρέπειας, της ευθυκρισίας και της μεταβλητότητας των καιρών. Κυρίως όμως στο θέμα της καθοδικής πορείας της ικανότητας για αξιολόγηση από τον ανθρώπινο νου, αυτό που κυρίως μετωνυμικά και λανθασμένα ονομάζεται "κοινή λογική" ή "ορθολογισμός". Επισημαίνω ξανά, λανθασμένα.
Αφορμή για τη σκέψη αυτή αποτέλεσε ένα περιστατικό για το οποίο πληροφορήθηκα από τρίτο πρόσωπο. Στην Ελλάδα της κρίσης (της οικονομικής αυτή την φορά) με όλα τα παρελκόμενα που αυτή φέρει, έλαχε μέσα στα πολλά και σημαντικά γεγονότα να έρθει κι άλλο ένα. Αυτό υπήρξε ο θάνατος του συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα. Για να είμαστε ακριβείς μάλιστα, στη βίαιη δολοφονία του στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη με τη μέθοδο του πνιγμού. Το να σχολιαστούν ζητήματα για την κατάσταση της εγκληματικότητας σε μια χώρα η οποία μαστίζεται από οικονομικά προβλήματα και ανίκανο λαό, αποτελεί περιττό. Με την παραπάνω νύξη, ο σχολιασμός ενδεχομένως και να έγινε. Δολοφονία γνωστού λογοτέχνη. Ο χειρισμός από τα μέσα ενημέρωσης αναμενόμενος. Κάποια λεπτά αφιερωμένα στο ατυχές συμβάν, κάποιο αφιέρωμα ενδεχομένως σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή ή σε κάποιο τηλεοπτικό σταθμό. Πέρα από τα μέσα, προετοιμασίες διαλέξεων και συμπιλημάτων στα πνευματικά κέντρα, προετοιμασία αφιερωμάτων στα λογοτεχνικά περιοδικά και τέλος, επιμέλεια ανθολογίας ή απάντων από κάποιο ίδρυμα ή εκδοτικό οίκο.
Η ευαισθησία του κοινού, σίγουρα γνώρισε διακυμάνσεις από τους πολύ μεγάλους λάτρες της λογοτεχνίας του Κουμανταρέα, μέχρι τους αρνητές της με αντίστοιχα συναισθήματα. Από τους ερευνητές της λογοτεχνίας, έως τους απλούς πολίτες που ίσως να είχαν ακούσει κάπου το όνομα και να συζήτησαν για τη δολοφονία του, με μια παρέα ευκαιριακή. Άλλωστε κάθε ανακοίνωση θανάτου κάποιου ατόμου μας από τον άμεσο περίγυρο (ή κάποιον celebrity) προς κάποιον άλλον, θέτει απευθείας αυτόν που αναλαμβάνει τον άχαρο ρόλο του εκφωνητή σε μια κατάσταση έκστασης, μιας και είναι ίδιον του ανθρωπίνου είδους να θέλγεται από την ανακοίνωση του θανάτου.
Για να μην καταναλώνεται πολύς χώρος και χρόνος, συνοψίζοντας θα έλεγε κανείς πως ο θάνατος του Κουμανταρέα σήκωσε όσο ντόρο θα σήκωνε ο θάνατος κάθε γνωστού καλλιτέχνη σε μια χώρα όπου οι επίγονοι είναι περήφανοι για τους προγόνους. Τους προγόνους αυτούς, που οι τότε σύγχρονοί τους, δεν τους τιμούσαν. Αντιθέτως, τους λοιδορούσαν και τους έφτυναν. Η επικαιρότητα ασχολήθηκε με άλλα ζητήματα σαφώς πιο φλέγοντα μιας και μέσω αυτών προωθείται η "επόμενη μέρα" της πολιτικής. Απεργία πείνας Νίκου Ρωμανού, αποκαλύψεις από την αντίπερα όχθη και τον Ηλία Κασιδιάρη, υψηλοί τόνοι περί ψήφισης Προέδρου της Δημοκρατίας, ανωμαλία στα ΑΕΙ και άλλα πολλά ευχάριστα και δυσάρεστα που υπομένει αυτός ο καταραμένος τόπος. Ο Μένης στο περιθώριο. Κάποιος συναισθηματικός θα οργιζόταν για αυτό το γεγονός. Ίσως να έπραττε ορθά όμως η ιστορία έρχεται να τον διαψεύσει. Και εδώ έρχεται επιτέλους το ζήτημα της αξιοπρέπειας.
Σε μια αποστροφή με έναν φίλο, θερμόαιμο και λάτρη της καλής λογοτεχνίας, έλαβα την εξής φράση γεμάτη παράπονο: "Ο Καμύ ήταν μεγάλος. Πραγματικά μεγάλος. Όμως λυπάμαι για τον θάνατό του. Θα μπορούσε να δώσει πολλά ακόμα". Αυτό που σκέφτηκα ήταν αμέσως ο θάνατος του δικού μας Κώστα Καρυωτάκη. Σκέφτηκα πως καμιά φορά πέρα από το ερευνητικό κομμάτι ακόμα και ο θάνατος είναι τμήμα του έργου ενός μεγάλου καλλιτέχνη. Ένας ετεροχρονισμένος θάνατος, ένας βίαιος θάνατος, ένας περίεργος και ανεξιχνίαστος θάνατος συμβάλλουν στο μύθο του. Όχι φυσικά πως ο Καρυωτάκης θα χρειαζόταν κάτι τέτοιο για να θεωρείται ποιητής-μύθος του ελληνικού στερεώματος. Η αυτοκτονία του όμως παραμένει αδιαμφισβήτητα σημείο αναφοράς στο κοσμοείδωλο του αναγνωστικού και ερευνητικού κόσμου για τον ΚΓΚ. Η εμμονή σε έναν φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό θάνατο, ευτελίζει την ύπαρξη του θανόντος. Οξύμωρο κι όμως πολύ πραγματικό. Κι αυτό επιβεβαιώνεται στο παρακάτω κλείσιμο του κειμένου αυτού:
Πριν κάποιες μέρες γνωστός, έως πασίγνωστος εκδοτικός οίκος έστησε ολόκληρη βιτρίνα με την προσωπογραφία του Μένη Κουμανταρέα, παρουσιάζοντας παλαιές και νέες εκδόσεις του έργου του. Σε έκπτωση φυσικά, "για να γνωρίσει ο κόσμος το έργο του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη", Παντελής έλλειψη τακτ και αξιοπρέπειας. Και οι τηλεοράσεις παραμένουν σιωπηλές για τον Κουμανταρέα. Και εκεί, έρχεται η ώρα να αναρωτηθείς μπροστά στον συναισθηματικό λάτρη του, που ήθελε περισσότερη δημοσιότητα στο ζήτημα. Αξίζει μια τέτοια εικόνα σε κάποιον που έγραψε το "Κουρείο" ή μια σιωπηλή αναπόληση των αριστουργημάτων του, αφήνοντας κατά μέρους τη μαζική ενημέρωση και την πρόκληση παλλαϊκής συναισθηματικής φόρτισης; Αφού ο λαός ενδιαφέρεται για τους εκπροσώπους του και τη λαϊκή κυριαρχία. Ενδιαφέρεται για την συγχρονία του και όχι τη διαχρονία του. Και σφάλλει. (Μην ξεχνάς, η αξιολόγηση/κρίση είναι 80% συγχρονία-20% διαχρονία). Ας τον αφήσουμε τουλάχιστον, η επιλογή του αυτή να βαστάει πάνω από το λάκκο του εκάστοτε υπηρέτη της Τέχνης την ησυχία που χρειάζεται.
Ο παραπάνω πρόλογος δεν έγινε για να εκτεθεί μια υψηλή σκέψη με λεξιθηρία και εκζήτηση, ούτε για να τονιστεί η υψηλή αξιολόγηση του γράφοντος. Για να είμαι και απόλυτα ειλικρινής, θα μπορούσα ευθαρσώς να δηλώσω πως αποτελώ ένα από τα λιγότερο αξιόλογα άτομα που έχω γνωρίσει στην έως τώρα ζωή μου. Ο πρόλογος αυτός έγινε επομένως ως μια εισαγωγή στο θέμα της αξιοπρέπειας, της ευθυκρισίας και της μεταβλητότητας των καιρών. Κυρίως όμως στο θέμα της καθοδικής πορείας της ικανότητας για αξιολόγηση από τον ανθρώπινο νου, αυτό που κυρίως μετωνυμικά και λανθασμένα ονομάζεται "κοινή λογική" ή "ορθολογισμός". Επισημαίνω ξανά, λανθασμένα.
Αφορμή για τη σκέψη αυτή αποτέλεσε ένα περιστατικό για το οποίο πληροφορήθηκα από τρίτο πρόσωπο. Στην Ελλάδα της κρίσης (της οικονομικής αυτή την φορά) με όλα τα παρελκόμενα που αυτή φέρει, έλαχε μέσα στα πολλά και σημαντικά γεγονότα να έρθει κι άλλο ένα. Αυτό υπήρξε ο θάνατος του συγγραφέα Μένη Κουμανταρέα. Για να είμαστε ακριβείς μάλιστα, στη βίαιη δολοφονία του στο διαμέρισμά του στην Κυψέλη με τη μέθοδο του πνιγμού. Το να σχολιαστούν ζητήματα για την κατάσταση της εγκληματικότητας σε μια χώρα η οποία μαστίζεται από οικονομικά προβλήματα και ανίκανο λαό, αποτελεί περιττό. Με την παραπάνω νύξη, ο σχολιασμός ενδεχομένως και να έγινε. Δολοφονία γνωστού λογοτέχνη. Ο χειρισμός από τα μέσα ενημέρωσης αναμενόμενος. Κάποια λεπτά αφιερωμένα στο ατυχές συμβάν, κάποιο αφιέρωμα ενδεχομένως σε κάποια ραδιοφωνική εκπομπή ή σε κάποιο τηλεοπτικό σταθμό. Πέρα από τα μέσα, προετοιμασίες διαλέξεων και συμπιλημάτων στα πνευματικά κέντρα, προετοιμασία αφιερωμάτων στα λογοτεχνικά περιοδικά και τέλος, επιμέλεια ανθολογίας ή απάντων από κάποιο ίδρυμα ή εκδοτικό οίκο.
Η ευαισθησία του κοινού, σίγουρα γνώρισε διακυμάνσεις από τους πολύ μεγάλους λάτρες της λογοτεχνίας του Κουμανταρέα, μέχρι τους αρνητές της με αντίστοιχα συναισθήματα. Από τους ερευνητές της λογοτεχνίας, έως τους απλούς πολίτες που ίσως να είχαν ακούσει κάπου το όνομα και να συζήτησαν για τη δολοφονία του, με μια παρέα ευκαιριακή. Άλλωστε κάθε ανακοίνωση θανάτου κάποιου ατόμου μας από τον άμεσο περίγυρο (ή κάποιον celebrity) προς κάποιον άλλον, θέτει απευθείας αυτόν που αναλαμβάνει τον άχαρο ρόλο του εκφωνητή σε μια κατάσταση έκστασης, μιας και είναι ίδιον του ανθρωπίνου είδους να θέλγεται από την ανακοίνωση του θανάτου.
Για να μην καταναλώνεται πολύς χώρος και χρόνος, συνοψίζοντας θα έλεγε κανείς πως ο θάνατος του Κουμανταρέα σήκωσε όσο ντόρο θα σήκωνε ο θάνατος κάθε γνωστού καλλιτέχνη σε μια χώρα όπου οι επίγονοι είναι περήφανοι για τους προγόνους. Τους προγόνους αυτούς, που οι τότε σύγχρονοί τους, δεν τους τιμούσαν. Αντιθέτως, τους λοιδορούσαν και τους έφτυναν. Η επικαιρότητα ασχολήθηκε με άλλα ζητήματα σαφώς πιο φλέγοντα μιας και μέσω αυτών προωθείται η "επόμενη μέρα" της πολιτικής. Απεργία πείνας Νίκου Ρωμανού, αποκαλύψεις από την αντίπερα όχθη και τον Ηλία Κασιδιάρη, υψηλοί τόνοι περί ψήφισης Προέδρου της Δημοκρατίας, ανωμαλία στα ΑΕΙ και άλλα πολλά ευχάριστα και δυσάρεστα που υπομένει αυτός ο καταραμένος τόπος. Ο Μένης στο περιθώριο. Κάποιος συναισθηματικός θα οργιζόταν για αυτό το γεγονός. Ίσως να έπραττε ορθά όμως η ιστορία έρχεται να τον διαψεύσει. Και εδώ έρχεται επιτέλους το ζήτημα της αξιοπρέπειας.
Σε μια αποστροφή με έναν φίλο, θερμόαιμο και λάτρη της καλής λογοτεχνίας, έλαβα την εξής φράση γεμάτη παράπονο: "Ο Καμύ ήταν μεγάλος. Πραγματικά μεγάλος. Όμως λυπάμαι για τον θάνατό του. Θα μπορούσε να δώσει πολλά ακόμα". Αυτό που σκέφτηκα ήταν αμέσως ο θάνατος του δικού μας Κώστα Καρυωτάκη. Σκέφτηκα πως καμιά φορά πέρα από το ερευνητικό κομμάτι ακόμα και ο θάνατος είναι τμήμα του έργου ενός μεγάλου καλλιτέχνη. Ένας ετεροχρονισμένος θάνατος, ένας βίαιος θάνατος, ένας περίεργος και ανεξιχνίαστος θάνατος συμβάλλουν στο μύθο του. Όχι φυσικά πως ο Καρυωτάκης θα χρειαζόταν κάτι τέτοιο για να θεωρείται ποιητής-μύθος του ελληνικού στερεώματος. Η αυτοκτονία του όμως παραμένει αδιαμφισβήτητα σημείο αναφοράς στο κοσμοείδωλο του αναγνωστικού και ερευνητικού κόσμου για τον ΚΓΚ. Η εμμονή σε έναν φυσιολογικό ή μη φυσιολογικό θάνατο, ευτελίζει την ύπαρξη του θανόντος. Οξύμωρο κι όμως πολύ πραγματικό. Κι αυτό επιβεβαιώνεται στο παρακάτω κλείσιμο του κειμένου αυτού:
Πριν κάποιες μέρες γνωστός, έως πασίγνωστος εκδοτικός οίκος έστησε ολόκληρη βιτρίνα με την προσωπογραφία του Μένη Κουμανταρέα, παρουσιάζοντας παλαιές και νέες εκδόσεις του έργου του. Σε έκπτωση φυσικά, "για να γνωρίσει ο κόσμος το έργο του μεγάλου Έλληνα λογοτέχνη", Παντελής έλλειψη τακτ και αξιοπρέπειας. Και οι τηλεοράσεις παραμένουν σιωπηλές για τον Κουμανταρέα. Και εκεί, έρχεται η ώρα να αναρωτηθείς μπροστά στον συναισθηματικό λάτρη του, που ήθελε περισσότερη δημοσιότητα στο ζήτημα. Αξίζει μια τέτοια εικόνα σε κάποιον που έγραψε το "Κουρείο" ή μια σιωπηλή αναπόληση των αριστουργημάτων του, αφήνοντας κατά μέρους τη μαζική ενημέρωση και την πρόκληση παλλαϊκής συναισθηματικής φόρτισης; Αφού ο λαός ενδιαφέρεται για τους εκπροσώπους του και τη λαϊκή κυριαρχία. Ενδιαφέρεται για την συγχρονία του και όχι τη διαχρονία του. Και σφάλλει. (Μην ξεχνάς, η αξιολόγηση/κρίση είναι 80% συγχρονία-20% διαχρονία). Ας τον αφήσουμε τουλάχιστον, η επιλογή του αυτή να βαστάει πάνω από το λάκκο του εκάστοτε υπηρέτη της Τέχνης την ησυχία που χρειάζεται.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου