Κυριακή 12 Μαΐου 2013

Η θάλασσα, η Αθήνα

Τέλος των διακοπών της Λαμπρής. Γλυκόπικρη γεύση καθώς πλησιάζει και το γενικότερο τέλος αυτής της σεζόν όσον αφορά τις πανεπιστημιακές υποχρεώσεις. Δε θα αναλωθεί όμως η παρούσα ανάρτηση στη μηχανιστική καταγραφή του ημερολογιακού έτους και της ατζέντας του. Το θέμα είναι κάτι εντελώς άλλο, το οποίο παρόλα αυτά, δεν είναι τίποτα εξεζητημένο και έχει απασχολήσει ως πηγή έμπνευσης πολύ κόσμο. Πρόκειται για τη θάλασσα.
"Και τι ξέρετε από θάλασσα εσείς οι Αθηναίοι;" μπορεί να πει ένα νησιώτης ο οποίος περιτριγυρίζεται από θάλασσα και του είναι άμεσα προσβάσιμη, πόσο μάλλον ένας νησιώτης που ζει σε ένα μικρό νησί και ενδεχομένως όπου κι αν κοιτάει γύρω του να τη βλέπει. Ενδεχομένως να έχει δίκιο, όμως στην παρούσα φάση πρέπει να δούμε αξιολογικά τι σημαίνει η θάλασσα για τον καθένα από τους δυο. Ο νησιώτης ζει από αυτήν ίσως ακόμα και αν δεν είναι ψαράς ή ναυτικός. Ζει από τον τουρισμό της. Ο Αθηναίος ζει από αυτήν γενικά. Τη ζητά και τη βλέπει σαν την εξόρμηση προς έναν νέο κόσμο τον οποίον, ο νησιώτης δεν καταλαβαίνει έχοντας συνηθίσει το ερέθισμα.
Η θάλασσα που βρέχει την Αττική -για να ξεφύγουμε από αναίτιες συγκρίσεις-, έχει κάτι το διαφορετικό. Ειδικά η νότια πλευρά, αυτό που θα ονομάζαμε Σαρωνικό, κρύβει ένα μυστήριο που λίγες θάλασσες μου το έχουν προξενήσει. Το χρώμα της και το πόσο αφιλόξενη είναι με κάνουν να θεωρώ πως τελικά η θάλασσα για τον κάτοικο της Αττικής είναι το καμάρι του, μέσα στα πολλά όπως τα φυσικά τοπία του νομού και η πόλη των Αθηνών. Είναι μια αστείρευτη πηγή έμπνευσης για ο,τι κακό μπορεί να κρύβει η θάλασσα. Αυτό το σκούρο μπλε που δεν αλλάζει ακόμα και την πιο ηλιόλουστη μέρα, η αίσθηση του ότι ποτέ κανείς δεν κολύμπησε εκεί και πως δεν υπάρχει βυθός ούτε ζωή, είναι το τοπίο που παρακινεί κάποιον να μπαρκάρει για μακρινές θάλασσες.
Όνειρο του Αθηναίου το φορτηγό. Το πιστεύω. Όλοι οι νέοι το σκέφτηκαν έστω μια φορά στη ζωή τους πως θα ήταν να έφευγαν με ένα καράβι ως τελευταίοι ναύτες ενός πληρώματος, απλά για τον περίπλου της γης μια φορά. Χωρίς ιδιαίτερες στάσεις σε λιμάνια, χωρίς πόρνες, αλκοόλ και σκορβούτο που αρμόζουν σε κάθε μυθοπλασία μούτσου. Απλά πάνω στο καράβι κι όπου τους βγάλει. Το λιμάνι που θα ξανακατέβουν μετά το μπαρκάρισμα και θα είναι πάντα το ίδιο γνώριμο, θα είναι άλλωστε αυτό που ξεκίνησαν.

Η πόλη αυτή μας τρώει, μας τρώει σιγά σιγά και φτάνει όλο και πιο μέσα. Αρρωσταίνει το μυαλό και το κορμί, όμως αυτή η πόλη θα είναι πάντα ο τελικός προορισμός. Με την όμορφή της θάλασσα, με το βράχο της, με όλα αυτά που την καθιστούν αγαπητή και μισητή όσο καμιά άλλη. Αθήναι.

ΥΓ.Κουφός ο Σάλαχ το κατάστρωμα σαρώνει.
      Μ’ ένα ξυστρι καθάρισέ με απ’ τη μοράβια.
      Μα είναι κάτι πιο βαθύ που με λερώνει.
      Γιέ μου πού πας; Μάνα, θα πάω στα καράβια.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου