Καλοκαίρι. Θέρος. Μια εποχή μέσα στις άλλες. Μια εποχή που η φύση περνάει στο μεταβατικό της στάδιο. Η απερχόμενη οργασμική άνοιξη, παραχωρεί τη θέση της στην περίοδο των τριών αυτών μηνών, πριν την σήψη. Το φθινόπωρο, που κατά κύριο λόγο τα πάντα ετοιμάζονται κάτω από τα όμορφα πορτοκαλοκίτρινα χρώματα, να υποδεχθούν τον βασιλιά τον Εποχών, που με το πέρασμά του και τις διαθέσεις του, είτε συντηρεί στο κρύο τα πάντα, ή τα ισοπεδώνει δίνοντας εκ νέου στην άνοιξη, το έργο της δημιουργίας εκ του μηδενός.
Το καλοκαίρι είναι συνδυασμένο στις συνειδήσεις των ανθρώπων με τη θάλασσα, τις διακοπές, την καλοπέραση, τη σχόλη από κάθε εργασία και γενικότερα έναν τρόπο ζωής που αρμόζει σε κηφήνα. Η εικόνα αυτή, πλασμένη κατά σύμβαση και με παρωχημένα μέσα, προσωπικά με θλίβει.
Άλλες φορές από επιλογή μου και άλλες φορές λόγω των περιστάσεων ξόδεψα την θερινή μου παύση στο Λεκανοπέδιο. Την αγαπώ με όλη μου την καρδιά την Αθήνα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά την αγαπώ. Όλο το βουητό και όλη την κατρακύλα. Τον αμοραλισμό που περιπλανάται φραγκάτος ή φτωχός, μαύρος ή άσπρος, σε αυτοκίνητο ή μπουσουλώντας ακόμα μην έχοντας καν γευτεί το γάλα από τη θηλή της μάνας του. Το βράχο που κοιτάει χρόνια αγέρωχος την κατηφόρα. Την παρακμή αυτών που κάποτε ζούσαν πάνω του και στα πόδια του. Τα κίτρινα ταξί που αν εξαιρέσεις αυτούς που τα οδηγούν είναι αυτό που μετά από ένα ταξίδι εκτός Αθήνας, θα σε πείσει πως επέστρεψες.
Άλλες φορές από επιλογή μου και άλλες φορές λόγω των περιστάσεων ξόδεψα την θερινή μου παύση στο Λεκανοπέδιο. Την αγαπώ με όλη μου την καρδιά την Αθήνα. Δεν ξέρω γιατί, αλλά την αγαπώ. Όλο το βουητό και όλη την κατρακύλα. Τον αμοραλισμό που περιπλανάται φραγκάτος ή φτωχός, μαύρος ή άσπρος, σε αυτοκίνητο ή μπουσουλώντας ακόμα μην έχοντας καν γευτεί το γάλα από τη θηλή της μάνας του. Το βράχο που κοιτάει χρόνια αγέρωχος την κατηφόρα. Την παρακμή αυτών που κάποτε ζούσαν πάνω του και στα πόδια του. Τα κίτρινα ταξί που αν εξαιρέσεις αυτούς που τα οδηγούν είναι αυτό που μετά από ένα ταξίδι εκτός Αθήνας, θα σε πείσει πως επέστρεψες.
Δεν θέλω να μένω στην Αθήνα το καλοκαίρι. Κάτι με κρατάει εδώ μα δε το θέλω πλέον. Ή μάλλον, θέλω, αλλά τουλάχιστον να φύγω έστω λίγο. Με οποιονδήποτε. Να δω λίγο το μπλέ. Να φύγω από το γκρίζο. Μετά ας ξανάρθω. Το έχω ανάγκη τελικά. Είμαι εθισμένος στις μυτιές από αμίαντο και καυσαέριο. Θέλω να μένω όμως με τον τρόπο μου. Με τον τρόπο που γουστάρω εγώ χωρίς να κάνω αυτά που επιβάλει ο in τρόπος ζωής. Clubs, καφέδες κάθε μέρα κλπ. Προτιμώ δυο γεμάτα μπάνια την εβδομάδα, ατελείωτα ξενύχτια με κουβέντες, αναθεώρηση του "εσω" και χαλάρωση του "εξω". Για την επιτέλεση αυτών χρειάζεσαι όσα χρειαζόσουν και όταν εγκατέλειψες το σώμα της μάνας σου.
Τίποτα. Θέληση. Θέληση να βγάλεις από πάνω σου τη βλέννα με ένα δυνατό βήξιμο και να συμβιβαστείς με την γύμνια σου.
Τίποτα. Θέληση. Θέληση να βγάλεις από πάνω σου τη βλέννα με ένα δυνατό βήξιμο και να συμβιβαστείς με την γύμνια σου.
Ξεφεύγω. Κλείνω.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου