Σάββατο 8 Φεβρουαρίου 2014

Infusion d'Iris

Η υγρασία τσάκιζε κόκαλα. Κοίταξε πάνω από τα γυαλιά του να δει αν όντως η πάχνη είχε σκεπάσει την πόλη, ή αν τα γυαλιά του για άλλη μια φορά ήταν επικίνδυνα βρώμικα. Άναψε τσιγάρο, GR κόκκινο αφορολόγητο. Η ένδεια είχε χτυπήσει και την τσέπη του, μαζί με το ευρωπαϊκό κραχ. Τα πάθη δεν κόβονται, κι ας νομίζει ο καθένας πως είναι ανώτερός τους.
"Δώσε μου φωτιά" είπε μια κοριτσίστικη σχεδόν φωνή.
Μια νεαρή κοκέτα, επέλεξε να μείνει σιωπηλή, έχοντας επιλέξει το ίδιο πάρκο με αυτόν για να περάσει τη νύχτα της. Ντυμένη κοινά, δεν του τράβηξε την προσοχή, ενώ της έδινε τον αναπτήρα του. Έμοιαζε να έχει πολλούς χειμώνες πάνω της. Περισσότερο ή λιγότερο του θύμισε όλες αυτές που αντικρίζει καθημερινά. Θήλεα ονειροπαρμένα, πως λίγο μακιγιάζ θα κρύψει την ένδεια της τσέπης τους. Και θα τους ανοίξει πόρτες. Κυρίως θα τους ανοίξει πόρτες.
"Μένεις μόνος ; Θα μου κάνεις παρέα ; Νιώθω τόσο απροστάτευτη" είπε με μια νοσηρή απόγνωση, που σχεδόν του προξένησε αηδία. Τα μάτια της, σαν κόκκινο μέλι περίμεναν από τα χείλη του την απάντηση που αναμενόταν. Αρνήθηκε να απαντήσει, γιατί οι προθέσεις έπαψαν να είναι αγαθές από τότε που αντελήφθη τι σημαίνει ζωή. Έσβησε το τσιγάρο, όταν ένιωσε το κορμί του ολόκληρο να ανατριχιάζει από το άγγιγμα δύο σχεδόν αβαρών γυναικείων χεριών. Η μυστηριώδης αυτή ύπαρξη τον κρατούσε από τη μέση, τραβώντας τον πάνω της.
"Η τελευταία μου νύχτα θέλω να είναι έντονη. Κάνε μου την χάρη να με κάνεις ευτυχισμένη."
Οι ψυχές καμιά φορά καρφώνονται στη γη. Δεν πετάνε όπως ορίζει η φύση τους. Τη στιγμή εκείνη, οι δυο αυτές ψυχές προσηλώθηκαν στο τσιμεντένιο δάπεδο. Ξέρανε βαθιά μέσα τους πως το επικείμενο τέλος τους ήταν κοντά. Κάθε ιστορία έχει μια αφετηρία, και έναν επίλογο. Ο επίλογός τους, αχνοφαινόταν και κατ'επέκταση ο διαφαινόμενος επίλογος της περίεργης αυτής θηλυκής ύπαρξης. Το μυαλό του άδειασε όσο τα σκεφτόταν όλα αυτά. Ένιωσε κενός, τόσο κενός που συνειδητοποίησε πως ακόμα κι ο ίδιος ο εαυτός του ανθρώπου, είναι μόνος. Αποκομμένος κι ελεύθερος από την ύπαρξη. Αποφάσισε να της δώσει ο,τι ήθελε. Πήρε την ανάσα για να αρθρώσει, και τότε μια κόρνα ακούστηκε.

"Μωρό μου θα αργήσουμε. Ποιος είναι αυτός ;" φώναξε ο οδηγός.
"Κανένας αγάπη μου, έρχομαι", απάντησε και απευθυνόμενη στον δέσμιο της είπε βλοσυρά. "Δε θα τα ξαναπούμε εμείς οι δύο. Αλλά έτσι είστε εσείς οι άντρες. Καμιά φορά μπερδεύετε τα κεφάλια που πρέπει να χρησιμοποιήσετε."

Αφού το αυτοκίνητο έφυγε γρήγορα μια γλυκιά αίσθηση είχε μείνει στο στόμα του, από το πρώτο και τελευταίο φιλί που έλαβε από την κοπέλα αυτή. Ένα φιλί σαν αυτό που έδωσε ο Ιούδας στον Χριστό. Ένα φιλί γεμάτο πάθος και απογοήτευση. Σκέφτηκε να κάνει κι άλλο τσιγάρο, αποφάσισε όμως να πάει σπίτι του. Η επόμενη μέρα τον περίμενε με άγνωστες προθέσεις και πολλή αβεβαιότητα. Περπατώντας μόνος ξανά, θυμήθηκε κάποιους στίχους. Έσπασε το κεφάλι του για τον συγγραφέα. Λίγη σημασία είχε. Προτίμησε να τους επαναλάβει αρκετές φορές μέχρι να περάσει το κατώφλι. Η σύλληψη απλή, και το λεξιλόγιο χυδαίο. Αντίθετα προς τις σύνθετες αρχές του, και τη σεμνή του ύπαρξη.

Δεν έχω πίστη στο Θεό σου, πίστη δεν έχω σε τίποτα.
Όλα γυρνάνε προς τα πίσω με ταχύτητα.
Είναι ο πλανήτης των Πιθήκων στη βαρύτητά του δούλος.
Γαμιέται από παντού σαν να'ναι βίζιτα. 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου