Κοίταξε κάτω. Το banana syndrom δεν τον ενόχλησε να διακρίνει βάθος, αλλά δεν τρόμαξε. Ο άνθρωπος είναι θεριό όταν πρόκειται να κάνει ανοησία. Αποκτά αντανακλαστικά γάτας και αφέλεια ανώριμου σκύλου που για πρώτη φορά αντικρίζει το είδωλό του στον καθρέφτη. Βλέποντας τον πάτο συνειδητοποίησε πως δεν ήταν ούτε αρκετά ψηλά, ούτε αρκετά χαμηλά. Κοίταξε ευθεία. Τα φώτα της πόλης έκαιγαν. Νύχτα και η σιγή διακόπτεται μόνο από διερχόμενα αυτοκίνητα, γρύλους και λεπτούς ήχους από τα φύλλα μιας λεύκας που δήλωνε την παρουσία της.
"Πουτάνα Αθήνα" σκέφτηκε "πόσο σε αγαπώ δε θα το μάθεις. Μακάρι να έσωνα να στο δείξω παραπάνω. Θα σε έτρωγα. Με έφαγες". Κι έτσι ήταν. Η ζωή του όλη, η διαδρομή ενός φύλλου απ'άκρη σ'άκρη σε αυτή την χαοτική πόλη. Ένα φύλλο ασήμαντο που σαπίζει, ποδοπατάται και σκορπάει. Ένα φύλλο όμως που τροφοδότησε το περιβάλλον του με οξυγόνο και παραστάσεις. Χιλιάδες πρόσωπα, φιλικά ή εχθρικά. Κυρίως όμως αδιάφορα. Το μεγάλο του παράπονο να μην μπορέσει ποτέ να βάψει άλλο χρώμα την πόλη του.
Κι ενώ τα σκεφτόταν αυτά κοιτώντας πάντα τον ορίζοντα ψυχρά και αποφασιστικά, φαντάστηκε την πλάση με χρώμα. Με παραστάσεις γεωμετρικές και ακανόνιστες, πληθώρα αποχρώσεων και κάθε είδους καλλιτεχνικές εκδηλώσεις να κατακλύζουν την πόλη του. Οι πολίτες να αποκτούν ενδιαφέροντα και να ξεβουρκώνουν από την καθημερινότητά τους. Είδε ζώα να κυκλοφορούν ελεύθερα, καθαριότητα, τάξη και οργάνωση. Είδε χαμόγελα, έρωτα και ανιδιοτέλεια. Θερμές χειραψίες, ζουμερά παθιασμένα φιλιά σαν αυτά που έδινε αλλά δε λάμβανε, και τον βράχο να φωτοβολεί το φως της αθανασίας. Οι αρρώστιες, η πείνα, η δυστυχία πέταξαν. Και ένα πουλί στάθηκε στο κοντινότερο πολύχρωμο δέντρο τιτιβίζοντας τον σκοπό της αγάπης.
Τα μάτια του άρχισαν να πέφτουν. Να χάνουν το σημείο στον ορίζοντα που είχε θέσει ως σημείο αναφοράς για να μην χάσει την ισορροπία του. Ξύπνησε από αυτό το ζωντανό όραμα και κοίταξε γύρω του. Τα σωθικά του βρώμισαν. Ένιωσε την ψυχή του να τον εγκαταλείπει και μια μαύρη ουσία μπήκε στο αίμα του που ανέβαζε κατακόρυφα την αρτηριακή του πίεση. Σχεδόν έκλαψε. "Δε γίνεται να ξεφύγω;" αναρωτήθηκε και βυθίστηκε ξανά στις ίδιες πολύχρωμες ευχάριστες εικόνες που τον έκαναν να επιβεβαιώνει την ύπαρξή του ως άτομο.
Ένα δυνατό χαστούκι, όπως αυτό που δέχεται αυτός που τα μάτια του κλείνουν από τη νύστα και ένας δυνατός θόρυβος τον ξυπνά, τον έκανε να θορυβηθεί. Οι φλέβες του φούσκωσαν με φρέσκο αίμα που του προκάλεσε υπερένταση. Ξεκινούσε να βλέπει καθαρά. "Το μονοπάτι της ευτυχίας είναι μια πρόστυχη οδός που σε βγάζει στην αυταπάτη". Δεν μπορούσε να το αντικρούσει. Ένιωσε άδειος, κενός, έρημος και πλάνης. Ο,τι πιο βρώμικο μπορούσε να υπάρξει, ζούσε στα μέσα του. Η μαύρη πανώλη γέμιζε τα μάτια του. Η αηδία αυτή που ένιωσε για τον εαυτό του κόπηκε σαν μια κορδέλα σε εγκαίνια. Αργά και σαδιστικά. Πλέον τα πόδια έτρεμαν. Δεν μπορούσε να ευτυχήσει. Δεν μπορούσε να το μεταδώσει στην πόλη του και τον πλησίον του. Οι πολύχρωμες εικόνες επιβεβαίωναν το άτομο, η δυστυχία όμως επιβεβαίωνε τον άνθρωπο μέσα του. Δυο πολύ βαθιές ανάσες και μεταβολή. Έλυσε τον κόμπο στην κουπαστή της γέφυρας και άφησε τη θηλιά γύρω από το λαιμό του. Την έβγαλε λίγο πριν την πυλωτή του σπιτιού του όταν κατάλαβε πόσο γελοίος φαίνεται. Ανέβηκε στην ταράτσα και άναψε τσιγάρο. Ο ήλιος ξεπρόβαλε μεταξύ Υμηττού και Πεντέλης ειρωνικά και τα φώτα της πόλης άρχισαν να σβήνουν.
"Πουτάνα Αθήνα", σκέφτηκε.
"Πουτάνα Αθήνα" σκέφτηκε "πόσο σε αγαπώ δε θα το μάθεις. Μακάρι να έσωνα να στο δείξω παραπάνω. Θα σε έτρωγα. Με έφαγες". Κι έτσι ήταν. Η ζωή του όλη, η διαδρομή ενός φύλλου απ'άκρη σ'άκρη σε αυτή την χαοτική πόλη. Ένα φύλλο ασήμαντο που σαπίζει, ποδοπατάται και σκορπάει. Ένα φύλλο όμως που τροφοδότησε το περιβάλλον του με οξυγόνο και παραστάσεις. Χιλιάδες πρόσωπα, φιλικά ή εχθρικά. Κυρίως όμως αδιάφορα. Το μεγάλο του παράπονο να μην μπορέσει ποτέ να βάψει άλλο χρώμα την πόλη του.
Κι ενώ τα σκεφτόταν αυτά κοιτώντας πάντα τον ορίζοντα ψυχρά και αποφασιστικά, φαντάστηκε την πλάση με χρώμα. Με παραστάσεις γεωμετρικές και ακανόνιστες, πληθώρα αποχρώσεων και κάθε είδους καλλιτεχνικές εκδηλώσεις να κατακλύζουν την πόλη του. Οι πολίτες να αποκτούν ενδιαφέροντα και να ξεβουρκώνουν από την καθημερινότητά τους. Είδε ζώα να κυκλοφορούν ελεύθερα, καθαριότητα, τάξη και οργάνωση. Είδε χαμόγελα, έρωτα και ανιδιοτέλεια. Θερμές χειραψίες, ζουμερά παθιασμένα φιλιά σαν αυτά που έδινε αλλά δε λάμβανε, και τον βράχο να φωτοβολεί το φως της αθανασίας. Οι αρρώστιες, η πείνα, η δυστυχία πέταξαν. Και ένα πουλί στάθηκε στο κοντινότερο πολύχρωμο δέντρο τιτιβίζοντας τον σκοπό της αγάπης.
Τα μάτια του άρχισαν να πέφτουν. Να χάνουν το σημείο στον ορίζοντα που είχε θέσει ως σημείο αναφοράς για να μην χάσει την ισορροπία του. Ξύπνησε από αυτό το ζωντανό όραμα και κοίταξε γύρω του. Τα σωθικά του βρώμισαν. Ένιωσε την ψυχή του να τον εγκαταλείπει και μια μαύρη ουσία μπήκε στο αίμα του που ανέβαζε κατακόρυφα την αρτηριακή του πίεση. Σχεδόν έκλαψε. "Δε γίνεται να ξεφύγω;" αναρωτήθηκε και βυθίστηκε ξανά στις ίδιες πολύχρωμες ευχάριστες εικόνες που τον έκαναν να επιβεβαιώνει την ύπαρξή του ως άτομο.
Ένα δυνατό χαστούκι, όπως αυτό που δέχεται αυτός που τα μάτια του κλείνουν από τη νύστα και ένας δυνατός θόρυβος τον ξυπνά, τον έκανε να θορυβηθεί. Οι φλέβες του φούσκωσαν με φρέσκο αίμα που του προκάλεσε υπερένταση. Ξεκινούσε να βλέπει καθαρά. "Το μονοπάτι της ευτυχίας είναι μια πρόστυχη οδός που σε βγάζει στην αυταπάτη". Δεν μπορούσε να το αντικρούσει. Ένιωσε άδειος, κενός, έρημος και πλάνης. Ο,τι πιο βρώμικο μπορούσε να υπάρξει, ζούσε στα μέσα του. Η μαύρη πανώλη γέμιζε τα μάτια του. Η αηδία αυτή που ένιωσε για τον εαυτό του κόπηκε σαν μια κορδέλα σε εγκαίνια. Αργά και σαδιστικά. Πλέον τα πόδια έτρεμαν. Δεν μπορούσε να ευτυχήσει. Δεν μπορούσε να το μεταδώσει στην πόλη του και τον πλησίον του. Οι πολύχρωμες εικόνες επιβεβαίωναν το άτομο, η δυστυχία όμως επιβεβαίωνε τον άνθρωπο μέσα του. Δυο πολύ βαθιές ανάσες και μεταβολή. Έλυσε τον κόμπο στην κουπαστή της γέφυρας και άφησε τη θηλιά γύρω από το λαιμό του. Την έβγαλε λίγο πριν την πυλωτή του σπιτιού του όταν κατάλαβε πόσο γελοίος φαίνεται. Ανέβηκε στην ταράτσα και άναψε τσιγάρο. Ο ήλιος ξεπρόβαλε μεταξύ Υμηττού και Πεντέλης ειρωνικά και τα φώτα της πόλης άρχισαν να σβήνουν.
"Πουτάνα Αθήνα", σκέφτηκε.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου