Πέρασε ο Δεκαπενταύγουστος. Όλως παραδόξως, στα πλαίσια των καινοτομιών του φετινού καλοκαιριού, ο γράφων δεν πέρασε τη γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου στο λεκανοπέδιο. Ίσως να χρειάζεται κανείς να φεύγει, όμως το θέμα είναι τι αφήνει πίσω. Οι ανοιχτές υποχρεώσεις κρατάνε το μυαλό, στο μέρος που βρίσκονται, κι έτσι, δεν μπορεί κανείς να αγγίξει την ηρεμία που μπροστά του παρουσιάζεται.
Περίεργα πράγματα συμβαίνουν, όμως πού δε συμβαίνουν άξια σχολιασμού γεγονότα ; Το θέμα ανακύπτει βέβαια, όταν τα γεγονότα αυτά φανερώνονται συγκεντρωμένα, κάτι που απορυθμίζει έναν υγιώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Οι παραστάσεις της επαρχίας, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, είναι μοναδικές με την υπερθετική σημασία της λέξης. Παραστάσεις πρωτόγνωρες αλλά και περιοδικά εμφανιζόμενες, σε σημείο τέτοιο που ο κύκλος εργασιών του χωριού, τις αντιμετωπίζει πάντα σαν πρώτη φορά. Αυτές τις εικόνες είχα να ζήσω χρόνια, και ίσως αυτό να ήταν ευεργετικό, γιατί τα μάτια ενός παιδιού, τα διαδέχθηκαν άλλα μάτια (δε θα τολμήσω να πω ενήλικα), κι έτσι είδα από εντελώς διαφορετική οπτική γωνία, τον παλμό ενός χωριού, σε μια εποχή που όλα οδηγούνται στον αφανισμό και την ερήμωση.
Δεν μπορώ να πω απαραίτητα πως ευχαριστήθηκα με τα όσα αντιμετώπισα. Ο κόσμος της επαρχίας είναι μοχθηρός. Μπορεί να δείχνει την φιλοξενία του, όμως από πίσω ίσως το κόμπλεξ κατωτερότητας ή η αίσθηση του προσωπικού χώρου, να μην αφήνει έναν άνθρωπο από την επαρχία να δεχτεί το γεγονός της επίσκεψης στο χωριό ως κάτι θετικό. Περισσότερο θα έλεγα πως το αντιμετωπίζει ως μια βίαιη εισβολή των πρωτευουσιάνων/ετεροδημοτών, στα εδάφη που ενώ τους γέννησαν, δεν τους κράτησαν. Ίσως μάλιστα να θεωρεί προδομένος από πολλά παιδάκια που παίζανε μαζί, και κάπου στα 15-16 έφυγαν για τη μεγάλη πόλη, αφήνοντας πίσω συντρίμμια φιλικών σχέσεων, και καλλιεργώντας σοδειές επανένωσης κάθε Πάσχα και Αύγουστο.
Δεν ξέρω τι αίσθηση μου άφησε η επίσκεψη στο χωριό. Θα ήθελα να το δω πιο ζεστό κι όχι ερειπωμένο, ερημωμένο, γνωρίζοντας πως σε 10-15 χρόνια τα τελευταία γερόντια θα πεθάνουν, δίνοντας τη σκυτάλη σε μια άχρηστη γενιά που ζει μέσα στην τεμπελιά, το καφενείο και την επιχορήγηση από του Υπουργείο. Από την άλλη φυσικά, όπως μου είπε κάποιος, "τη νοοτροπία την πλάθουμε πάντα εμείς". Όμως δεν ξέρω από την άλλη αν ο λαός έχει δίκιο όταν λέει πως "ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη".
ΥΓ. Ας χαιρετίσω κατόπιν εορτής την Παναγία. Την μητέρα-προστάτιδα του ταραγμένου -από τον ίδιο του τον εαυτό- έθνους μας.
Περίεργα πράγματα συμβαίνουν, όμως πού δε συμβαίνουν άξια σχολιασμού γεγονότα ; Το θέμα ανακύπτει βέβαια, όταν τα γεγονότα αυτά φανερώνονται συγκεντρωμένα, κάτι που απορυθμίζει έναν υγιώς σκεπτόμενο άνθρωπο. Οι παραστάσεις της επαρχίας, για να γίνω πιο συγκεκριμένος, είναι μοναδικές με την υπερθετική σημασία της λέξης. Παραστάσεις πρωτόγνωρες αλλά και περιοδικά εμφανιζόμενες, σε σημείο τέτοιο που ο κύκλος εργασιών του χωριού, τις αντιμετωπίζει πάντα σαν πρώτη φορά. Αυτές τις εικόνες είχα να ζήσω χρόνια, και ίσως αυτό να ήταν ευεργετικό, γιατί τα μάτια ενός παιδιού, τα διαδέχθηκαν άλλα μάτια (δε θα τολμήσω να πω ενήλικα), κι έτσι είδα από εντελώς διαφορετική οπτική γωνία, τον παλμό ενός χωριού, σε μια εποχή που όλα οδηγούνται στον αφανισμό και την ερήμωση.
Δεν μπορώ να πω απαραίτητα πως ευχαριστήθηκα με τα όσα αντιμετώπισα. Ο κόσμος της επαρχίας είναι μοχθηρός. Μπορεί να δείχνει την φιλοξενία του, όμως από πίσω ίσως το κόμπλεξ κατωτερότητας ή η αίσθηση του προσωπικού χώρου, να μην αφήνει έναν άνθρωπο από την επαρχία να δεχτεί το γεγονός της επίσκεψης στο χωριό ως κάτι θετικό. Περισσότερο θα έλεγα πως το αντιμετωπίζει ως μια βίαιη εισβολή των πρωτευουσιάνων/ετεροδημοτών, στα εδάφη που ενώ τους γέννησαν, δεν τους κράτησαν. Ίσως μάλιστα να θεωρεί προδομένος από πολλά παιδάκια που παίζανε μαζί, και κάπου στα 15-16 έφυγαν για τη μεγάλη πόλη, αφήνοντας πίσω συντρίμμια φιλικών σχέσεων, και καλλιεργώντας σοδειές επανένωσης κάθε Πάσχα και Αύγουστο.
Δεν ξέρω τι αίσθηση μου άφησε η επίσκεψη στο χωριό. Θα ήθελα να το δω πιο ζεστό κι όχι ερειπωμένο, ερημωμένο, γνωρίζοντας πως σε 10-15 χρόνια τα τελευταία γερόντια θα πεθάνουν, δίνοντας τη σκυτάλη σε μια άχρηστη γενιά που ζει μέσα στην τεμπελιά, το καφενείο και την επιχορήγηση από του Υπουργείο. Από την άλλη φυσικά, όπως μου είπε κάποιος, "τη νοοτροπία την πλάθουμε πάντα εμείς". Όμως δεν ξέρω από την άλλη αν ο λαός έχει δίκιο όταν λέει πως "ένας κούκος δεν φέρνει την άνοιξη".
ΥΓ. Ας χαιρετίσω κατόπιν εορτής την Παναγία. Την μητέρα-προστάτιδα του ταραγμένου -από τον ίδιο του τον εαυτό- έθνους μας.
πολυ χτυπητο το κιτρινο,δυσκολο!κατι πιο μαλακο!
ΑπάντησηΔιαγραφή